Φυλακή και καπιταλιστική κοινωνία [άρθρο της συμπολίτισσας μας Α. Κουκουτσάκη (επ. καθηγήτριας, τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο) για την εφημερίδα «Μια Πόλη Ανάποδα»]

Posted on 03/12/2008 από

0


Ο κυρίαρχος λόγος για την φυλακή έχει τυπικά ωφελιμιστικό χαρακτήρα, καθώς απαντά ουσιαστικά στο ερώτημα «τι λειτουργεί;» σε σχέση με τον έλεγχο του εγκλήματος, εξοστρακίζοντας από τη συζήτηση το πλέγμα των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων που συναρθρώνονται με τις τιμωρητικές πρακτικές. Λέει ο Dario Melossi, αναφερόμενος στην έννοια της πειθαρχίας (πειθαρχία της εργασίας, κοινωνική πειθαρχία): Η πειθαρχία (και η εκπαίδευση στην πειθαρχία) αποτελεί για τον Μαρξ απαραίτητο στοιχείο για τη δημιουργία της υπεραξίας η οποία, με τη σειρά της, αποτελεί υπόθεση ζωής ή θανάτου για την καπιταλιστική συσσώρευση. Ο Μαρξ θεωρεί την πειθαρχία ως συστατικό της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Είναι δύσκολο να σκεφθεί κανείς μια αποφασιστικότερη συμβολή του Μαρξ στην κοινωνιολογική κατανόηση των θεσμών της νεωτερικότητας. Και αλλού: Εστιάζοντας στην έννοια της πειθαρχίας, μπορούμε να μελετήσουμε τις ποινικές πρακτικές και ειδικότερα το θεσμό της φυλακής, όχι μόνον στο πλαίσιο της κατασταλτικής υπόθεσης αλλά και «ως εργαλείο διακυβέρνησης της κοινωνίας, ως την εικόνα ενός προγράμματος, μιας συγκεκριμένης αντιμετώπισης του άντρα, της γυναίκας και της κοινωνίας, ενός τύπου ορθολογισμού ο οποίος έτεινε στον μετασχηματισμό κάθε όψης της κοινωνίας, της ηθικής και της εργασίας» (Melossi, 2006).

Σύμφωνα τον σοβιετικό νομικό E. Pasukanis, πλήρη ανάπτυξη του Δικαίου έχουμε μόνο στην εμπορευματική κοινωνία και κατ’ εξοχήν στην κοινωνία καθολικής παραγωγής εμπορευμάτων, δηλαδή στην καπιταλιστική. Η δε φυλακή είναι γέννημα της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθότι η ιδέα της στέρησης χρόνου ελευθερίας, προσδιορισμένου κατά αφηρημένο τρόπο, μπορεί να υλοποιηθεί μόνο στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, δηλαδή σ’ αυτή την οικονομική διαδικασία όπου όλες οι μορφές κοινωνικού πλούτου ανάγονται στην πιο απλή και αφηρημένη μορφή της ανθρώπινης εργασίας η οποία μετριέται με το χρόνο (μισθωτή εργασία).

Το 1968 επανεκδόθηκε το, κατά Φουκώ, «μεγάλο έργο», Ποινή και Κοινωνική Δομή των Rusche & Kirchheimer (πρώτη έκδοση, 1939) Στο έργο αυτό, η σχέση ποινής και κοινωνικής δομής μελετάται, σε μια ιστορική προοπτική, με βασική αναλυτική κατηγορία την αγορά εργασίας. Η υπόθεση είναι ότι κάθε σύστημα παραγωγής τείνει ν’ ανακαλύψει το τιμωρητικό σύστημα που υπακούει στις ειδικότερες ανάγκες του. Κατά συνέπεια, τα τιμωρητικά συστήματα, οι μεταβολές, η εξέλιξή τους, συνδέονται στενά με τις φάσεις της οικονομικής εξέλιξης και ειδικότερα με τις συνθήκες που διαμορφώνονται στην αγορά εργασίας. Με άλλα λόγια, όταν υπάρχει έλλειψη εργατικών χεριών, οι ποινές είναι πιο ήπιες και τείνουν να καλύπτουν τα κενά. Αντίστροφα, όταν υπάρχει υπερπροσφορά εργατικών χεριών, είτε οι ποινές είναι πιο σκληρές είτε, χωρίς να είναι αναγκαία σκληρές, δεν αποσκοπούν στην κάλυψη αναγκών της αγοράς εργασίας.

Το έργο αυτό πυροδότησε την έκδοση πλήθους άλλων σχετικών μελετών. Ενδεικτικά: Οι Melossi και Patarini (Φυλακή και Εργοστάσιο, 1977), υποστηρίζουν ότι η οικονομική λειτουργία των τιμωρητικών συστημάτων δεν μπορεί ν’ αξιολογηθεί μόνο με κριτήριο το εάν λειτούργησαν ως ρυθμιστής της αγοράς εργασίας, καθότι η οικονομική και η ιδεολογική λειτουργία των τιμωρητικών συστημάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Δηλαδή, τόσο τα διάφορα ιδρύματα που προηγήθηκαν της φυλακής (τα οποία αναλύονται ως βοηθητικοί θεσμοί της καπιταλιστικής ανάπτυξης), όσο και η ίδια η φυλακή είχαν ως βασική λειτουργία την εκπειθάρχηση του εργατικού δυναμικού και την προετοιμασία του να ενταχθεί στις συνθήκες παραγωγής, όπως αυτές διαμορφώνονταν στις διάφορες φάσεις της εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος. Η φυλακή είναι δομημένη στο μοντέλο του εργοστάσιου, με στόχο την παραγωγή όχι εμπορευμάτων, αλλά πειθαρχημένων ατόμων: ο ταξικός χαρακτήρας του εμπορεύματος (εργασία), δεν επιτρέπει να παραχωρηθεί αυτό στον καπιταλιστή χωρίς αυτή η παραχώρηση να έχει διαμεσολαβηθεί από μια σειρά συμπληρωματικές διαδικασίες, οι οποίες προηγούνται, τη συνοδεύουν και την ακολουθούν.

Η υπόθεση, όμως, της σχέσης εγκλεισμού και αγοράς εργασίας επανέρχεται σήμερα με διαφορετικούς όρους: οι δείκτες εγκλεισμού, οι οποίοι παρουσιάζουν δραματική άνοδο κατά τα τελευταία 30 χρόνια, συναρτώνται με τους δείκτες ανεργίας ενώ μένουν ανεπηρέαστοι από τις διακυμάνσεις της εγκληματικότητας. Το φαινόμενο που περιγράφει ο Wacquant στο «Φυλακές της μιζέριας», είναι ένα φαινόμενο ποινικοποίησης της φτώχειας και διόγκωσης του ποινικού πληθυσμού μέσα από την περίφημη τεχνολογία της «μηδενικής ανοχής»: τιμωρούνται με εγκλεισμό ήσσονος σημασίας παραβάσεις (επαιτεία, δημόσια μέθη, άστεγοι…) ενώ επιβάλλονται πιο μακροχρόνιες ποινές, έτσι ώστε να γεμίζουν οι φυλακές ενόσω η εγκληματικότητα δεν παρουσιάζει αντίστοιχη αύξηση. Τα στοιχεία δείχνουν τους ακατάλυτους δεσμούς μεταξύ οικονομικών και τιμωρητικών διαδικασιών, έτσι ώστε να μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι όσο επιδεινώνονται οι οικονομικές συνθήκες, τόσο οι κοινωνικά ευάλωτες και οικονομικά αδύναμες ομάδων θα διοχετεύονται στους τιμωρητικούς θεσμούς, υπό την μορφή ανθρώπινων αποβλήτων.

Advertisements
Posted in: Χωρίς κατηγορία