Πόλεις μέσα στην πόλη, τα πολλά επίπεδα της Αθήνας – του Σαρηγιάννη Γιώργου, ομότιμου καθηγητή Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

Posted on 06/10/2008 από

0


1) Η μικροαστική πόλη 2) Παραγκουπόλεις: ένα τυπικό καπιταλιστικό φαινόμενο 3) Η Αθήνα των μειονοτήτων

Η ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΗ

(δημοσιεύθηκε στο «Διάπλους» τ.26/Ιούν.-Ιούλ. 2008)

αφιερώνεται σε όλους εκείνους που αντιστέκονται στον εφησυχασμό, στην εσωτερική Εξουσία,  στην ενσωμάτωση, και στην ένταξή τους στους ακούσιους «διαχειριστές του Συστήματος» (γιά τους άλλους δεν συζητάμε, είναι φανεροί και συνειδητοί ταξικοί εχθροί)

Εισαγωγή- η έννοια του «μικροαστού»

«μικρά κι ανήλιαγα στενά / και σπίτια χαμηλά μου, / βρέχει στην φτωχογειτονιά / βρέχει και στην καρδιά μου…» (από την ταινία «Συνοικία τ’ όνειρο», σκηνοθεσία Αλέκου Αλεξανδράκη, μουσική Μίκη Θεοδωράκη, στίχοι Τάσου Λειβαδίτη)

Οι γνωστοί στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη εκφράζαν ένα σημαντικό μέρος της εργατικής τάξης και της κατοικίας της του ’60. Προσφυγικές γειτονιές από την μιά : Ασύρματος (όπου αναφέρεται και ο Λειβαδίτης), Δραπετσώνα, Περιστέρι, Καισαριανή, Καλλιθέα, Νέα Ιωνία, Κορυδαλλός, Κερατσίνι…. Από την άλλη εσωτερικοί μετανάστες σε όλο το Δυτικό Λεκανοπέδιο, Περιστέρι, Λιόσια, Μενίδι, Αιγάλεω, Πετρούπολη, Πέραμα…. Παράλληλα και οι παληότερες περιοχές της αθηναϊκής εργατικής τάξης, Κολωνός, Μεταξουργείο, Ψυρρή, Γκάζι.

Μιά εργατική τάξη  που είχε δραματικά βιώσει το ’22, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, την εσωτερική προσφυγιά του ’50, αλλά που διατηρούσε πολύ ψηλά το φρόνημα και την ταξική της συνείδηση, δίνοντας μέσα σε όλο το μετεμφυλιοπολεμικό κλίμα με τις εκτελέσεις, τις εξορίες  και τις κάθε είδους διώξεις μόλις εννέα χρόνια μετά την επίσημη λήξη του Εμφύλιου 25% στην ΕΔΑ το 1958.

Χαρακτηριστική μιά μαρτυρία γιά τον προσφυγικό συνοικισμό Χαροκόπου στην Κατοχή, κοινή όμως και γιά όλες τις λαϊκές συνοικίες: «…έγινε ο συνοικισμός μας φωληά και στέκι. Παιδιά από άλλες συνοικίες, κυνηγημένα, διωγμένα και παράνομα, βρίσκαν στοργή και αποκούμπι στα φτωχικά μας σπίτια…»[1]

Υπήρχε διπλή πόλη τότε στο Λεκανοπέδιο; η πόλη της αστικής τάξης και η πόλη της εργατικής τάξης; Προφανώς και αναντίρρητα. Υπήρχε «μικροαστική πόλη» μέσα στον ίδιο χώρο; Σίγουρα, εφ’ όσον υπήρχε πάντοτε μικροαστικό στρώμα. Απλά γιά να ορίσουμε την «μικροαστική πόλη», θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε την έννοια του «μικροαστού» και την εξέλιξή του, ώστε να εντοπίσουμε τον χώρο του και την εξέλιξή του.

Ο κλασικός μαρξιστικός ορισμός γιά τον «μικροαστό» είναι γνωστός, ο Μαρξ έγραφε ότι «…ο μικροαστός χαρακτηρίζεται από το «και με την μιά και με την άλλη πλευρά»,  τέτοιος είναι ως προς τα οικονομικά του συμφέροντα, γι’ αυτό τέτοιος είναι και στην πολιτική του, στις θρησκευτικές, επιστημονικές και καλλιτεχνικές του  αντιλήψεις. τέτοιος είναι στην ηθική του, τέτοιος είναι in everything. Είναι ενσαρκωμένη αντίφαση…»[2] Εχει επίσης αναλυθεί η πολιτική στάση των μικροαστών σε διάφορες στιγμές της ιστορίας, όπου είναι πάντα αμφιταλαντευόμενες, «και με την μιά και με την άλλη πλευρά». Προφανής και η εξήγηση: μικροαστοί είναι εκείνοι που δεν είναι προλεταριάτο, κατέχουν μέρος ή σύνολο των μέσων παραγωγής τους, είναι όμως παραγωγοί υπεραξίας γιά τους κανονικούς αστούς, και κάποιες φορές καρπούνται και αυτοί ένα μέρος υπεραξίας έχοντας στην δούλεψή τους μικρό αριθμό εργαζομένων. Συνήθως οι μικροαστοί ήταν έμποροι και μικροαγρότες, σήμερα περισσότερο είναι παραγωγοί υπηρεσιών κάθε είδους. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι σταθερό κοινωνικό στρώμα, κάποιοι από αυτούς αναρριχώνται στην αστική τάξη, οι περισσότεροι μεταπίπτουν στην εργατική τάξη μέσα από διάφορες οικονομικές καταστροφές στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος όπου η συγκεντροποίηση κεφαλαίου εξαφανίζει τις μικρές και δυναμώνει τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Επόμενη είναι και η ιδεολογία τους:  «…δική μου δουλίτσα, σε μιά βιοτεχνία / …. / καλά τάχω με όλους, εμπόρους και φόρους / ….καλά όλα κι άγια / ησυχία, τάξη κι ασφάλεια..[3] Η πολιτική διάσταση και ιδεολογία του μικροαστού, είναι αυτή ακριβώς που περιέγραψε ο Μαρξ, και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ. Κάποτε συμμαχεί με την εργατική τάξη (κυρίως όταν διακυβεύονται προσωπικά του συμφέροντα) συνήθως όμως είναι προσκολλημένος σε καθαρά αστικά κόμματα, ακόμη και της άκρας δεξιάς ή το πολύ σε  σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ακόμη και αν καταστραφεί η μικροαστική του οικονομία και ουσιαστικά είναι ξανά προλετάριος (εξ ού και η δύναμη του δικομματισμού…)

Και η πολιτισμική του ταυτότητα; Από τον ακαδημαϊσμό ως το κιτς, από τα σκυλάδικα μέχρι την Γιουροβίζιον : «…τι χρώμα και τι σχέδιον /ήταν σαν να μιλούσαν/ …/ νομίζω διάνα έκανα / ο πίνακας που βρήκα / πάει πολύ με τον μπουφέ / που είναι και αντίκα..»[4]

Εχουμε λοιπόν ένα κοινωνικό στρώμα ευμετάβλητο και συνεχώς εξελισσόμενο, που στις περισσότερες φορές ξεκίνησε από την εργατική τάξη αλλά πολλές φορές ξεκίνησε ήδη από μικροαστικό στρώμα ως μικροϊδιοκτήτης αγροτικής γής, ή ως συνεχιστής οικογενειακής επιχείρησης στο εμπόριο ή τις υπηρεσίες. Ετσι, και ο χώρος διαβίωσής του είναι ποικίλος, μόνο πολύ γενικά θα μπορούσαμε να ορίσουμε όρια στην «μικροαστική πόλη», και αυτά γιά περιορισμένο χρονικό διάστημα. Περισσότερη σημασία έχει ίσως η μεταλλαγή της εργατικής συνοικίας σε «μικροαστική περιοχή», και φυσικά αυτό σε συνδυασμό (πιό σωστά, ως συνέπεια) με την μεταλλαγή εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου  που μεταλλάσσεται σε μικροαστικό στρώμα.

Η μεταλλαγή μιάς εργατικής συνοικίας σε μικροαστική γίνεται με δύο τρόπους, είτε από μόνη της με την μετεξέλιξη του προλετάριου σε μικροαστό, είτε και βίαια από την αστική τάξη που προσπαθεί αφ’ ενός να επιταχύνει την μεταλλαγή αυτή, και αφ’ ετέρου να διαλύσει μαχητικούς πυρήνες εργατικής τάξης στην πόλη μέσα από την διάλυση μιάς γειτονιάς που έχει με κοινωνική συνοχή και συνείδηση εργατικής τάξης.

Η γειτονιά της εργατικής τάξης

Ας τα δούμε λοιπόν με την σειρά, την προλεταριακή γειτονιά παληότερα, και την μεταλλαγή της προλεταριακής γειτονιάς σε μικροαστική, (βίαιη και με μετεξέλιξη), και τέλος την μικροαστική πόλη σήμερα και τις προοπτικές της.

1. Ως προς την προλεταριακή γειτονιά αναφέραμε ήδη στην αρχή, περιοχές του Λεκανοπεδίου  :

  • παληές παραδοσιακές περιοχές ήταν στις παρυφές της πόλης ανάμικτες με βιοτεχνίες και βιομηχανίες (Γκάζι, Μεταξουργείο, Ψυρρή, Κολωνός, Πετράλωνα, Ρέντης, Μοσχάτο -το βόρειο μέρος και αργότερα και το παραθαλάσσιο-,
  • οι περιοχές του Μεσοπολέμου, (κυρίως των προσφύγων) ήταν συνήθως εκτός της τότε πόλης των Αθηνών, σε βιομηχανικές περιοχές (Κερατσίνι, Δραπετσώνα, Υμηττός) ή σε περιοχές που αμέσως μετά την εγκατάσταση μετατράπηκαν σε βιομηχανικές:  Κορυδαλλός, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια[5].
  • οι νεώτερες περιοχές (των εσωτερικών μεταναστών του ’50) εξαπλώθηκαν στις εκτάσεις των αυθαιρέτων του Δυτικού Λεκανοπεδίου
  • οι σημερινές, αφορούν κυρίως περιοχές οικονομικών μεταναστών ή νέων προσφύγων από την πρώην Σοβιετική Ενωση, συγκεντρωμένοι κυρίως στο Μενίδι και τα πέριξ, ή στο κέντρο της Αθήνας σε «υποβαθμισμένες» γιά τους έλληνες μικροαστούς περιοχές[6]

2. Τα κοινά πολεοδομικά χαρακτηριστικά τους ήταν :

  • εξαθλιωμένες κατοικίες ελαχίστου μεγέθους, είτε αυτές ήταν προσφυγικές του Μεσοπολέμου, είτε αυθαίρετα του ‘50
  • η κατασκευή τους ήταν γενικά ευτελής μεταλασσόμενη ως ένα σημείο. Ξύλα, λαμαρίνες,  τούβλα και τσιμεντόλιθοι, υλικά συνήθως από κατεδαφίσεις.
  • η πολεοδομική συγκρότηση ήταν  στα μεν προσφυγικά ένας δαιδαλώδης ιστός από στενά δρομάκια όπου αναπτύσσονταν οι κατοικίες που προσπαθούσαν να επεκταθούν γιά να καλύψουν τις ανάγκες σε χώρο μετά την αρχική βεβιασμένη εγκατάσταση, στα δε αυθαίρετα του ’50, σειρές οικοπέδων 8Χ8 ή 10Χ10 που δημιουργούνταν σε επιμήκεις ιδιοκτησίες 15 Χ 100, τα λεγόμενα «λαχίδια», πρώην αγροτικά κληρονομικά μερίδια, αλλά και «σχεδιασμένα» οικοδομικά τετράγωνα (με τις ίδιες διαστάσεις οικοπέδων) σε κυρίως καταπατημένες περιοχές από τους επιτήδειους οικοπεδεμπόρους της κάθε περιοχής.

3. η κοινωνική σύνθεση των κατοίκων ήταν:

  • εργάτες βιομηχανίας και βιοτεχνίας που εργάζονταν στο Περιστέρι, το Θριάσιο, την Νέα Ιωνία, τον Πειραιά, το Αιγάλεω, το καλυκοποιείο του Υμηττού κ.α. ανάλογα με την περιοχή
  • οικοδόμοι, που εργάζονταν σε διάφορα σημεία του Λεκανοπεδίου, ανάλογα πού ήταν η οικοδομική έκρηξη γιά κάθε εποχή : το ’50 στο κέντρο και τις συνοικίες της Αθήνας, μετά το ’70 στην πολυκατοικιούμενη περιφέρεια
  • μικροεπιτηδευματίες, μικροπωλητές, υπάλληλοι και άλλοι απασχολούμενοι στον τομέα των υπηρεσιών, κατά περίπτωση.

4. Η ταξική τους συνείδηση, η πολιτική τους συμπεριφορά, τα πολιτισμικά τους πλαίσια ήταν σαφώς προσανατολισμένα σε καθαρή εργατική τάξη:

  • συνειδητά αριστεροί στην πλειοψηφία τους κομμουνιστές,
  • η ψήφος τους πήγαινε σχεδόν «μονοκούκκι» στην ΕΔΑ
  • οι πολιτισμικές τους κατευθύνσεις περιστρέφονταν στην μουσική Θεοδωράκη, στο λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο, αλλά και στην ευρύτερη πολιτική τους δραστηριότητα που διεξάγετο μέσα από Επιτροπές Ειρήνης, εξωραϊστικούς τοπικούς συλλόγους, δημοτικές παρατάξεις και άλλες οργανώσεις[7]

Τα μεγαλοαστικά και τα μικροαστικά τμήματα της πόλης

Φυσικά παράλληλα με τις εργατικές και προσφυγικές συνοικίες στην πόλη, υπήρχαν και οι μεγαλοαστικές περιοχές, καθώς και οι περιοχές των μικροαστικών και μεσαίων αστικών στρωμάτων, τις οποίες απλά υπενθυμίζουμε : περιοχές της μεγάλης αστικής τάξης στον 19ο αιώνα, ήταν η περιοχή του επίσημου κέντρου των Αθηνών, (Πανεπιστημίου/Σταδίου/Ακαδημίας), Ανάκτορα, Κολωνάκι και ως εξοχικές περιοχές τους η Κηφισιά, η Εκάλη, το Νέο και Παληό Φάληρο, τμήμα της Πατησίων και η Καστέλλα. Στον Μεσοπόλεμο έχασε ολοκληρωτικά την αίγλη του το Νέο Φάληρο, μερικά η Πατησίων και η Καστέλλα, παρέμειναν όμως οι λοιπές περιοχές που επεκτάθηκαν στον άξονα της Λ.Κηφισίας στο Παλαιό Ψυχικό και την Φιλοθέη. Μετά τον Πόλεμο, και κυρίως μετά τον ΑΝ 395/68 που επέβαλε την πολυκατοικιοποίηση σε όλη την Ελλάδα, επεκτάθηκαν γύρω από τους παληούς τους πυρήνες  του Μεσοπολέμου καταλαμβάνοντας δάση και βουνά όπως στο Κεφαλάρι και στην συνέχεια πίσω από την Πεντέλη, στα ορεινά πέρα από το Π.Ψυχικό και την Φιλοθέη, στην παραλιακή του Σουνίου κλπ.

Τα μικρομεσαία στρώματα κράτησαν όλες τις περιοχές που κατείχαν από την αρχή της Αθήνας ως πρωτεύουσας: Κυψέλη, Παγκράτι, Καλλιθέα, Νεάπολη, και στον Μεσοπόλεμο επεκτάθηκαν στην Νέα Σμύρνη, την Αργυρούπολη, την Ηλιούπολη, τους Αμπελοκήπους, την περιοχή Πατησίων στο σύνολό της, ενώ μετά τον Εμφύλιο επεκτάθηκαν σε όλες τις «διπλανές» τους περιοχές.

Η πολυκατοικιοποίηση στην Ελλάδα και ειδικά στην Αθήνα, αρχικά στον Μεσοπόλεμο ξεκίνησε ως επενδυτική δραστηριότητα της μεγάλης αστικής τάξης[8] στο «επίσημο κέντρο» που έκτισε πολυτελείς και μεγάλες πολυκατοικίες εκεί και στο Κολωνάκι, ενώ μετά τον Εμφύλιο έγινε μιά από τις κύριες δραστηριότητες της μικροαστικής τάξης[9] αντικαθιστώντας τις μικροαστικές διόροφες κατοικίες από πολυκατοικίες σε όλη «την Αθήνα τους». (δηλαδή στις περιοχές που ήδη χαρακτηρίσαμε ως περιοχές των μικροαστών του Μεσοπολέμου).

Αργότερα με τον Αναγκαστικό Νόμο 395/68 οι μικρομεσαίοι εγκαταλείπουν την Αθήνα και μετοικίζουν σε νέες πολυκατοικίες στα πρώην προάστεια, Ηράκλειο, Μαρούσι, Αγία Παρασκευή, Χαλάνδρι, Αργυρούπολη, Ηλιούπολη, Νέα Σμύρνη κ.α, στο σύνολο τελικά της μικροαστικής περιφέρειας του Λεκανοπεδίου

Από την γειτονιά της εργατικής τάξης στην μικροαστική πόλη

Πώς τώρα εξελίχτηκε η προλεταριακή γειτονιά σε μικροαστική. Η μεταλλαγή αυτή έγινε ως συνέπεια της μεταλλαγής του προλετάριου σε μικροαστό. Οικοδόμοι που δεν κατείχαν παρά μόνο την εργατική τους δύναμη, μετατράπηκαν σε υπεργολάβους και αποδέκτες υπεραξίας[10]. Μικρέμποροι εδραιώθηκαν και άρχισαν να απασχολούν και προσωπικό (άλλη συμμετοχή στο ροκάνισμα της υπεραξίας), ενώ μεγάλο μέρος από αυτούς, μετατράπηκε σε «εισοδηματίες» μέσα από την μετατροπή του αυθαίρετου σε νόμιμο, και την ανοικοδόμηση της παράγκας σε πολυκατοικία. Μικροαγρότες που εξελίχτηκαν σε μικρομεσαίους με αγρεργάτες (κυρίως οικονομικούς μετανάστες) στην δούλεψή τους. Και βέβαια αγρότες που αναγκαστικά μέσα από τις γνωστές διαδικασίες του «εσωοικονομικού καταναγκασμού» συνέρρευσαν στα αστικά κέντρα πολλοί προλεταριοποιούμενοι, αλλά και κάποιοι αναβαθμίστηκαν  στο επίπεδο του μικροαστού «…τα χωράφια χτυπάω στο σφυρί/ και στην πόλη ό,τι βγεί, μα αστός/….μιά χαρά πήγε το μαγαζί/…./ είμαι πιά ένας αστός/ είμαι πιά κα-θε-στώς[11]

Και τί έγινε πλέον σε επίπεδο πόλης; Αφήνοντας τους εξ αγροτών προερχόμενους αγρότες μικροαστούς των μικρών πόλεων με αγροτική ενδοχώρα όπως π.χ. η Λάρισα, ας δούμε τί συνέβει στον κυρίως αστικό χώρο όπως στην Αθήνα. Οι παληές περιοχές των μικροαστών της Αθήνας, Παγκράτι, Κυψέλη, Κάτω Πατήσια, Αμπελόκηποι, δέχτηκαν πολλούς από τους νεοφώτιστους οι οποίοι αναβαθμίζοντας το εισόδημά τους αναβάθμισαν και την περιοχή κατοικίας τους αγοράζοντας ή νοικιάζοντας διαμερίσματα στις μικροαστικές περιοχές του Λεκανοπεδίου.

Από την άλλη μεριά έχουμε όμως την μεταλλαγή της εργατικής γειτονιάς σε μικροαστική περιοχή, και αναφέραμε ότι αυτό έγινε με δύο τρόπους, με εσωτερική μεταλλαγή ως συνέπεια ή και παράλληλα με την μετάβαση του προλετάριου σε μικροαστό, αλλά και βίαια από το ίδιο το αστικό κράτος.

Η πρώτη περίπτωση, είναι η συνηθισμένη.  Παληές περιοχές αυθαιρέτων εντάσσονται στο «Σχέδιο Πόλης», και οι παράγκες και τα προχειροφτιαγμένα σπιτάκια μπορούν πιά να οικοδομηθούν νόμιμα, και μάλιστα και με απλόχερους όρους δόμησης οι οποίοι κατά διαστήματα γινόταν ακόμη πιό πλούσιοι, όπως με τον ΑΝ 395/68 αλλά και χωρίς αυτόν όπου οι πιέσεις των ιδιοκτητών και των κατασκευαστών  ήταν πάντα η αύξηση του Συντελεστή Δόμησης  «γιά την αξιοποίηση της ιδιοκτησίας μας». Εδώ βλέπουμε τί εννοούσε ο Μαρξ όταν έλεγε γιά την οικονομική βάση του μικροαστού.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, όπου το αστικό κράτος βρήκε έναν ακόμη τρόπο ενσωμάτωσης στο σύστημα με την μετατροπή του προλετάριου σε μικροϊδιοκτήτη, οι λαϊκές γειτονιές  των προσφυγικών και των αυθαιρέτων του ’50 πολυκατοικιοποιούνται σε μικρές ή μεγαλύτερες μονάδες (μικρά ή μεγαλύτερα οικόπεδα, ή με και συνένωση περισσότερων ιδιοκτησιών). Η ευτελής και χωρίς ανέσεις και χώρο κατοικίας λαϊκή γειτονιά, όπου όμως επικρατούσαν ανθρώπινες συνθήκες στην πολεοδομική κλίμακα, με τα κηπάκια τους, τα δρομάκια τους, τα ξανοίγματα κοτσομπολιού, τα μικρομάγαζα, τα καφενεδάκια και τις μικροταβέρνες που αποτελούσαν και χώρους κοινωνικής συνεύρεσης και πολιτικής ζύμωσης, μετατράπηκε ξαφνικά σε ένα στρίμωγμα από απάνθρωπες πολυκατοικίες ή έστω και τριόροφες εμπορικές όμως πλέον κατοικίες χωρίς ήλιο, χωρίς πράσινο, με στενούς δρόμους γεμάτους πλέον από παρκαρισμένα και κινούμενα αυτοκίνητα: «…τώρα σε μιά κάμαρα / σε πολυκατοικία / πλήξη και καυσαέρια  / σ’ αυτή την ηλικία..[12]. Η αθηναϊκή πολυκατοικία που μέσα από το σύστημα της αντιπαροχής έδωσε την ευκαιρία σε κάθε μικρομεσαίο επιχειρηματία να εξελιχθεί σε «κατασκευαστή» ήταν ότι πιό άθλιο πολεοδομικά μπορούσε να σκεφθεί κανείς. Ο μικροαστός είναι στην καλύτερη περίπτωση μικροεισοδηματίας από τα νοίκια των διαμερισμάτων της αντιπαροχής, στην χειρότερη απλός κάτοικος ενός πολεοδομικού περιβάλλοντος που δημιούργησε με την δική του συναίνεσή (και πίεση) το αστικό καθεστώς στην έξυπνη προσπάθεια ενσωμάτωσής του στο Σύστημα.

Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν είναι η «ιδιοκτησία της κατοικίας» που φταίει αλλά η εμπορευματοποιημένη ιδιοκτησία της κατοικίας. Δεν είναι κακό να έχει ο καθένας κατοικία δική του, το πρόβλημα ξεκινά από την στιγμή που είναι κάτοχος κατοικίας που την εκμεταλλεύεται ενοικιάζοντάς την ή μεταπωλώντας την.

Οι θέσεις του Ενγκελς[13] ότι ο εργάτης δεν πρέπει να έχει δική του κατοικία γιά να μην δεσμεύεται από την εργοδοσία, αφορά άλλες περιπτώσεις π.χ. όταν η κατοίκηση είναι σε μικρές πόλεις που ο εργάτης πραγματικά δεσμεύεται να εργαστεί σε ολιγάριθμες επιχειρήσεις λόγω της μόνιμης διαμονής του ή σε περιπτώσεις που η κατοικία «παρέχεται» από τον εργοδότη, προφανώς με πλήθος δεσμεύσεων.

Τέτοιες περιοχές που μεταλλάχτηκαν από εργατικές γειτονιές σε απρόσωπες μικροαστικές περιοχές πολυκατοικιών είναι γιά παράδειγμα το Πέραμα, η Νέα Ιωνία, ο Περισσός, ο Υμηττός, ο Βύρωνας, ο Κορυδαλλός, το Κερατσίνι, ακόμη και η Καισαριανή, και άλλες προσφυγικές περιοχές, αλλά και από τις περιοχές αυθαιρέτων της εσωτερικής μετανάστευσης του ’50 το Μενίδι, τα Λιόσια, η Πετρούπολη, το Περιστέρι, τα Σούρμενα, το Μπουρνάζι, το Μπραχάμι, ο Κολωνός, το Αιγάλεω,  και πλήθος άλλες  παραδοσιακές εργατικές συνοικίες οι οποίες στην δεκαετία του ’50 ήταν προπύργια της ΕΔΑ και σήμερα εκλέγουν δημάρχους σοσιαλδημοκράτες, από το ΠΑΣΟΚ, ακόμη και από την ΝΔ, συνέπεια ακριβώς της μικροαστικής ιδεολογίας που αναπτύχθηκε μετά την οικονομική μεταλλαγ’ή τους από προλεταριάτο σε μικροαστικό στρώμα.

Η δεύτερη περίπτωση, είναι λίγο μελετημένη αλλά εξ ίσου σημαντική. Εδώ, το αστικό καθεστώς παρενέβει βίαια με το πρόσχημα της παροχής στέγης σε προσφυγικές κυρίως περιοχές, με κύριο στόχο του να διαλύσει συμπαγείς κοινωνικά ενότητες με αριστερή και κομμουνιστική κατεύθυνση, που είχαν ήδη έντονη δράση σε κρίσιμες εποχές, όπως στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο και τα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια. Εδώ περιλαμβάνονται πολλές από τις προσφυγικές περιοχές, όπως της Καλλιθέας (Χαροκόπου) της Δραπετσώνας, του Δουργουτιού, του Ταύρου, του Ασυρμάτου (γνωστή από την ταινία «συνοικία τ’ όνειρο» του Α.Αλεξανδράκη)  και άλλες.

Η τυπική κατεύθυνση «εξυγείανσης και αποκατάστασης των προσφύγων»  από το αστικό καθεστώς ήταν ίδια σε όλες τις περιπτώσεις : κατεδάφιση των παραγκών, εντάξει, σωστό ως μέτρο, αλλά

  • πρώτον διασκορπισμός των κατοίκων στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
  • και δεύτερο εγκατάστασή τους σε διαμερίσματα πολυκατοικιών είτε κτισμένων από το κράτος, είτε από ιδιώτες, στην περίπτωση αυτή έδιναν στους πρόσφυγες χρηματικά ποσά και συμπληρωματικά δάνεια γιά αγορά διαμερισμάτων. (η πολιτική αυτή γενικεύτηκε στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας  μετά το 1980, καταργώντας την οικοδόμηση οργανωμένης δόμησης εργατικών κατοικιών)

Στην περίπτωση του προσφυγικού συνοικισμού του Χαροκόπου στην Καλλιθέα έχουμε μιά πολύ γλαφυρή περιγραφή αυτής της πολιτικής όπου ο Βασίλης Λιόγκαρης περιγράφει συναισθηματικά αλλά και πολιτικά την «μετοίκηση» και διάλυση του Συνοικισμού το 1952: «…Οι πρώτες φαμίλιες πήραν διαμερίσματα σε λαϊκές πολυκατοικίες στον Ταύρο. Εμείς ήμασταν πιό τυχεροί, μας έπεσε οικόπεδο στην Ανω Νέα Σμύρνη… Ο συνοικισμός μας σαν ένα τεράστιο δέντρο, μέρα με την μέρα χάνει τα κλαριά του…οι γείτονες χάνονται, οι φίλοι χάνονται, τα παιδιά αραιώνουν, το βουητό αργοσκεπάζει η θλίψη…Πέρασαν χρόνια από τότε. Οπου και να πάω ο συνοικισμός μ’ ακολουθεί….Διαμόρφωσε την συνείδησή μου, τη σκέψη μου, την ταξική μου έκφραση και θωριά, γιατί ήταν το ίδιο το είναι μου, η ίδια η ψυχή μου…»[14]

Στην Δραπετσώνα, οι κάτοικοι αντιστάθηκαν έντονα γιά χρόνια, και μόνο με την Χούντα κατάφερε το αστικό κράτος να τους διαλύσει. Το 1960, η τότε κυβέρνηση Καραμανλή, δημοσιοποιεί τα σχέδιά της γιά την κατασκευή πολυκατοικιών όπου θα μεταστέγαζε τους πρόσφυγες της Δραπετσώνας, όμως οι κάτοικοι αντέδρασαν άμεσα με το σύνθημα «επί τόπου αυτοστέγαση γιά όλους», το οποίο προφανώς σήμαινε την διατήρηση της χωρικής κατανομής των κατοίκων και των μαγαζιών κλπ και φυσικά και της κοινωνικής συνοχής τους. Οι κινητοποιήσεις που ονομάστηκαν «η μάχη της παράγκας» κράτησαν χρόνια, με βίαιες εξάρσεις όπως στις 14 Νοεμβρίου 1960 όπου η αστυνομία εισέβαλε με 1000 αστυνομικούς γιά να εκδιώξει τους κατοίκους και να προχωρήσει η κατεδάφιση, η οποία γινόταν αργά και με διαλείμματα και μόνο η Χούντα του ’67 πέτυχε την ολοκληρωτική κατεδάφιση του συνοικισμού και τον διασκορπισμό των κατοίκων της[15].

Είναι χαρακτηριστικό τόσο η στήριξη της τότε ΕΔΑ στο αίτημα των κατοίκων, όσο και η συμπαράταξη σ’ αυτούς του Μίκη Θεοδωράκη, που έγραψε τότε το γνωστό τραγούδι «Δραπετσώνα» σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη. Βέβαια, η μικροαστική εξέλιξη δεν άφησε αλώβητο ούτε τον Μίκη, ο οποίος σε επίσκεψή του στην Δραπετσώνα μαζί με τον (Πασόκο) Δήμαρχό της και τον Υπουργό Χωροταξίας Κ.Λαλιώτη, το 2001 εκθείαζε την «Νέα» Δραπετσώνα[16], πετώντας γιά μιά ακόμη φορά στα σκουπίδια όλη την αγωνιστική του πορεία του ’60….

ΠΑΡΑΓΚΟΥΠΟΛΕΙΣ,

ΕΝΑ ΤΥΠΙΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

(δημοσιεύτηκε στον «Διάπλου» τ.28 Αύγ.-Σεπτ. 2008)

Παραγκουπόλεις (slums, bidonvilles, favelas, poblaciones, barriadas[17]). Οι «παραγκουπόλεις», ως τόπος και μορφή κατοικίας εξαθλιωμένης εργατικής τάξης, εμφανίστηκαν με διάφορες μορφές παράλληλα με την εμφάνιση και γιγάντωση του καπιταλιστικού συστήματος από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα, ανάλογα με την χώρα και τον βαθμό της καπιταλιστικής της ανάπτυξης.

Γιά παράδειγμα, στην Μεγάλη Βρετανία είναι γνωστές ως slums τα οποία αναπτύχθηκαν στις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης κυρίως στα μέσα του 19ου αιώνα, από τα  μισά του 20ου αιώνα ανθούν στην Γαλλία οι bidonvilles (=κατασκευασμένες από τενεκέδες -μπιτόνια- τενεκεδουπόλεις) και στην λατινική Αμερική, οι «φαβέλες»[18] και μετά την διάλυση της αποικιοκρατίας και την εισβολή του καπιταλισμού δημιουργούνται και στην Αφρική, ενώ στo τέλος του 20ου αιώνα  ανθούν και στην Κίνα  στις περιοχές που εμφανίζεται ο άγριος νεοκαπιταλισμός της.  Γενικά, αυτής της μορφής η κατοίκηση, εμφανίζεται σε χώρες με «άγριο», επιθετικό καπιταλισμό, και με αδύνατο συνάμα εργατικό κίνημα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι  το φαινόμενο είναι έντονο στις λεγόμενες «χώρες του Τρίτου Κόσμου» ή «υποανάπτυκτες χώρες» σε διάφορους βαθμούς χωρίς να αποκλείεται  και η εμφάνισή τους και σε ανεπτυγμένες χώρες -στην περίπτωση αυτή αφορούν συνήθως εξωτερικούς οικονομικούς μετανάστες, έχομε έτσι το φαινόμενο στο Μεξικό, την Νιγηρία, τις Ινδίες, αλλά και την χώρα μας, όπως και την Γαλλία από τους οικονομικούς μετανάστες από τις πρώην γαλλικές αποικίες.

Ποιά «αστυφιλία» και γιατί; Η αιτία του φαινόμενου, εντοπίζεται σε δύο επίπεδα: το πρώτο είναι στην ταχύτατη , συσσώρευση κατοίκων στα αστικά κέντρα και είναι γνωστό στην βιβλιογραφία ως «αστυφιλία» ή «αστικοποίηση». Ο πρώτος όρος ενέχει περιγραφική σημασία και υποδηλώνει την συσσώρευση κατοίκων από την ύπαιθρο στις μεγάλες πόλεις, ο δεύτερος είναι περισσότερο ουσιαστικός και υποδηλώνει την μετατροπή ενός αγροτικού πληθυσμού (και μάλιστα προκαπιταλιστικής αγροτιάς) σε κατοίκους αστικών κέντρων με παράλληλη αλλαγή της παραγωγικής του βάσης, από την αγροτική οικονομία σε αστική, εργασία δηλαδή που συντελείται στον αστικό χώρο, όπως εργάτες βιομηχανίας, υπάλληλοι, μικροεπιτειδευματίες, ευκαιριακά επαγγέλματα στην πόλη κ.α.

Σύμφωνα με την θεωρία (1945) του γάλλου οικονομολόγου Jean Fourastier[19] η μεταβολή του ποσοστού των απασχολουμένων ομαδοποιημένων στον πρωτογενή τομέα παραγωγής (γεωργία, κτηνοτροφία,  αλιεία, μεταλλία κλπ, όπου παίρνουμε πρωτογενώς υλικά αγαθά από την Φύση), στον δευτερογενή (βιοτεχνία και βιομηχανία όπου επεξεργαζόμαστε  τα πρωτογενή υλικά αγαθά) και τον τριτογενή, (όπου δεν παράγονται υλικά αγαθά αλλά παρέχονται υπηρεσίες – υπάλληλοι, επιστήμονες, στρατός και αστυνομία, θρησκευτικοί λειτουργοί κ.α.), ακολουθεί τα εξής στάδια :

στο πρώτο στάδιο ο πρωτογενής τομέας αποτελείται από το 80% των απασχολουμένων  και οι δύο άλλοι από το 10% ο καθένας, μιλάμε τότε γιά πρωτογενή οικονομία ή πρωτογενή φάση πολιτισμού (π.χ. στην αρχαιότητα ή σε κάποιες πρώϊμες φάσεις του Μεσαίωνα) ή πρωτογενή περιοχή χώρας (αγροτική ενδοχώρα κλπ).

στο δεύτερο στάδιο, με την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνικής απελευθερώνονται χέρια από τον πρωτογενή τομέα, (με έναν εργαζόμενο και ένα τρακτέρ μπορείς να καλλιεργήσεις γή γιά την οποία χρειαζόσουν εκατό και πλέον  εργαζόμενους με την τσάπα), γιά να πραγματοποιηθεί όμως αυτό χρειάζονται να ασχοληθούν εργατικά χέρια στην επιστήμη, την βιομηχανία και την διοίκηση ενός συστήματος που απαιτεί δημόσια και ιδιωτική διοίκηση, ασφάλειες, τράπεζες, δυνάμεις «τάξεως» (και καταστολής) κλπ , έτσι το ποσοστό των απασχολουμένων στον πρωτογενή τομέα πέφτει στο 25-30%, ενώ στον δευτερογενή αντιστοιχεί περίπου το 40- 50% και στον τριτογενή το 25% περίπου, ανάλογα με το επίπεδο και την μορφή ανάπτυξης. Τότε μιλάμε γιά «βιομηχανική κοινωνία».

Τέλος, στο τρίτο στάδιο, η ανάπτυξη της τεχνικής αλλά και η εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής απελευθερώνει εργατικά χέρια  και από την βιομηχανία (φυσικά και από τον πρωτογενή τομέα) αλλά γιά να συμβεί αυτό αναπτύσσεται ραγδαία ο τριτογενής τομέας. Υπάρχει πλέον ένα σύμπλοκο τραπεζικό και ασφαλιστικό σύστημα, ένα ισχυρό κράτος με πολύπλοκη διοίκηση, και βέβαια και μιά ανάλογη ανάπτυξη  της επιστήμης και της τεχνικής, και τελικά ο πρωτογενής και ο δευτερογενής τομέας πέφτουν στο 10-20% ο καθένας, ενώ ο τριτογενής διογκώνεται στο 60-70% , εδώ διάφοροι οικονομολόγοι μιλάν γιά «μεταβιομηχανική κοινωνία».

Ο Μαρξ, είχε ήδη περιγράψει γενικά αυτήν την κατάσταση  με τα διάφορα στάδια του κυρίαρχου Κεφαλαίου, από τον χώρο της υπαίθρου στον πρώϊμο Μεσαίωνα, στην κυριαρχία του βιομηχανικού κεφαλαίου και στην συνέχεια την κυριαρχία του εμπορικού κεφαλαίου, αργότερα ο Λένιν πρόβλεψε την «κυριαρχία του τραπεζικού κεφαλαίου» επάνω σε όλη την οικονομία[20], πράγμα το οποίο συμβαίνει πλέον με τον εντονότερο και διαρκώς εντεινόμενο τρόπο στις μέρες μας, μιλάμε πιά γιά «χρηματιστική οικονομία» και την  κυριαρχία του τραπεζικού Κεφαλαίου σε όλους τους τομείς της οικονομίας.

Μελετώντας το διάγραμμα του Fourastier μπορούμε να διακρίνουμε τις «τυπικές» μορφές οικονομίας, αλλά και τις στρεβλώσεις τους, πράγμα που συμβαίνει σε περιπτώσεις όπου διογκώνεται εκτός του πεδίου των καμπυλών ο τριτογενής τομέας, αυτό συμβαίνει στις λεγόμενες «μεταπρατικές» ή «κομπραδόρικες» οικονομίες[21], όπου -και ξαναγυρνάμε στο θέμα μας- συσσωρεύονται στις πόλεις άνεργοι, υποαπασχολούμενοι, εργαζόμενοι σε μή παραγωγικά επαγγέλματα κ.α. περισσότεροι από εκείνους που χρειάζεται μιά «υγιής» οικονομία. Το περίσσευμα αυτό, προκύπτει κυρίως από την διάλυση και κατάρρευση της προκαπιταλιστικής ή πρώϊμης καπιταλιστικής αγροτικής οικονομίας, και την αναγκαστική εισροή των κατεστραμμένων αγροτών στις πόλεις που επιβιώνουν μέσα σε μιά γενικώς παρασιτική οικονομία όσο η χώρα δεν είναι και βιομηχανικά αναπτυγμένη. Τέτοιες περιπτώσεις είναι αυτές που αναφέραμε ως «χώρες του Τρίτου Κόσμου», στην λατινική Αμερική, την Αφρική, αλλά και στην μεταπολεμική Ελλάδα  κ.α.

Το φαινόμενο αυτό μπορεί να ενταθεί και από μιά σειρά άλλων γεγονότων, όπως εμφύλιοι ή διακρατικοί πόλεμοι, έντονες κλιματικές αλλαγές ή και συνδυασμός τους, όπως γιά παράδειγμα η θέσπιση κρατών και συνόρων σε περιοχές όπου πριν οι φυλές των κτηνοτρόφων έβοσκαν τα κοπάδια τους και που τώρα με τα «σύνορα» δεν μπορούν να μετακινηθούν και χάνουν τις δυνατότητες των αναγκαίων εποχιακών μετακινήσεων με αποτελέσματα την καταστροφή της οικονομίας τους, εμφύλιες συγκρούσεις, πείνα και τελικά εισροή στις πόλεις όπου υπάρχουν δυνατότητες έστω περιωρισμένης επιβίωσης. Τέτοιου είδους μεταβολές έχουμε στο Δυτικό Κέρας της Αφρικής (Σομαλία, Αιθιοπία, Σουδάν) ενώ προσφυγιά στις πόλεις από αποκλειστικά πολεμικές ενέργειες -αποτέλεσμα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και των εθνοκαθάρσεων που αυτές τελικά συνεπάγονται- έχουμε π.χ.  στην Ελλάδα του 1922, και την Ελλάδα του Εμφύλιου του ’47-‘49, την Νιγηρία και την επαρχία της Μπιάφρα του 1970, μιά σειρά χωρών ακόμη της Αφρικής όπως το Σουδάν και την περιοχή του Νταρφούρ, τις σφαγές των Τούτσι κ.α. και φυσικά στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης τα κύματα των μεταναστών από χώρες που μαστίζονται από καπιταλιστικούς πολέμους όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, χώρες της κεντρικής Ασίας και της Καυκασίας κ.α., κάτοικοι των οποίων σε μεγάλες μάζες εισρέουν είτε στις πόλεις των χωρών τους είτε σε άλλες χώρες, ως «οικονομικοί μετανάστες», των οποίων η τύχη έχει αναλυθεί από πολλούς συγγραφείς σε πολλά άρθρα και αφιερώματα του «Διάπλου».

Παράλληλα, ας μην παραβλέπουμε και τις μάζες των εξαθλιωμένων κατοίκων των καπιταλιστικών μεγαλουπόλεων όπως π.χ. των ΗΠΑ αλλά και της Ευρώπης, όπου οι άστεγοι αποτελούν σημαντικό ποσοστό του συνολικού αριθμού των κατοίκων τους. Στις ΗΠΑ αυτό είναι εντονότερο στον έγχρωμο πληθυσμό τους, είτε «ντόπιους»  είτε πορτορικανούς κ.α. μετανάστες.

Τελικά, έχομε μιά εισροή κατοίκων της υπαίθρου ή και από άλλες χειρότερης οικονομίας περιοχές σε πόλεις της ίδιας ή άλλων χωρών που ας την ονομάσουμε όπως θέλουμε, αστυφιλία, αστικοποίηση, γιγάντωση των μεγαλουπόλεων, ή όπως αλλιώς εμφανίζεται στην βιβλιογραφία, και αναφέραμε για παράδειγμα πόλεις όπως το Ρίο ντε Ζανέϊρο (Βραζιλία), το Καράκας (Βενεζουέλα) , την Λίμα (Περού), το Νέο Μεξικό (Μεξικό), το Κάϊρο (Αίγυπτος), το Λάγος (Νιγηρία) αλλά και την Σαγκάη , το Πεκίνο (γενικά την λεγόμενη «ζώνη ελεγχόμενης ανάπτυξης» στην Κίνα), και  ακόμη περιοχές της Νότιας Ιταλίας- του λεγόμενου Mezzogiorno, της νότιας Γαλλίας και των «προαστείων» των μεγαλουπόλεων, της Αθήνας (δυτικό Λεκανοπέδιο) αλλά και αγροτικού χώρου της Ελλάδας (Ηλεία, Πιερία κ.α. γνωστά γκέττο μεταναστών). Οι αριθμοί στην λατινική Αμερική είναι εκτός ελέγχου, μιλάμε γιά favelas από 10.000 ως και 200.000 κατοίκων (900.000 σε όλο το Ρίο, το ένα τρίτο του πληθυσμού του).[22]

Πού όμως και με ποιά μορφή θα κατοικήσουν αυτές οι μάζες των μεταναστών; Η ταχύτητα εισροής είναι μεγάλη, και συνήθως το κράτος δεν διαθέτει κεφάλαια γιά κοινωνική πρόνοια στην κατοικία, αυτό έγινε στον Μεσοπόλεμο στην Ευρώπη, και τέλειωσε στην δεκαετία του 1960. Χτίστηκε η «κόκκινη Βιέννη» με τα μεγάλα μπλόκ κατοικιών του 1923-1933, χτίστηκε η λοιπή μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη με τα HLM (Habitations a Loyer Modere), κατοικίες χαμηλού κόστους κυρίως γιά χαμηλά οικονομικά στρώματα στην Γαλλία και μετανάστες από τις πρώην γαλλικές αποικίες, ή η Neue Heimat στην Δυτική Γερμανία και οι διάφορες «νέες πόλεις»  γιά μεσαία και ανώτερα εισοδήματα σε μιά σειρά αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών όπως την Σουηδία, την Φινλανδία, την Μεγάλη Βρετανία, την Γαλλία, την Ολλανδία, το Ισραήλ[23] κ.α.[24] Σημειώνεται ότι αντίστοιχη κοινωνική πολιτική υπήρξε σε γιγαντιαία κλίμακα στις σοσιαλιστικές χώρες όπου κτίστηκαν εκατομμύρια κατοικίες από το 1920 ως το 1970 ή 1980 περίπου, με τον αντίστοιχο όμως κοινωνικό εξοπλισμό (σχολεία, παιδικοί σταθμοί, καταστήματα, πολιτιστικά κέντρα κ.α.) παράλληλα όμως και με μιά πολιτική συγκράτησης της αστυφιλίας μέσα από την κατανομή της παραγωγικής δραστηριότητας σε όλο τον χώρο.

Σε χώρες όμως «άγριου καπιταλισμού» αλλά και σε «πολιτισμένες χώρες» όπου δεν υπάρχει πιά το «αντίπαλο δέος» των σοσιαλιστικών χωρών και όπου ανθεί επίσης ο «άγριος καπιταλισμός», οι εσωτερικοί και εξωτερικοί μετανάστες, στην πλειονότητά τους εξαθλιωμένοι πρόσφυγες, γίνονται αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης από τους κάθε είδους νεοκαπιταλιστές εργοδότες, τόσο στην παραγωγή (μισθός, ασφάλιση) όσο και στην κατοικία.

Η γένεση της παραγκούπολης στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Μιά πρώτη ήπια (λόγω μεγέθους) περίπτωση ήταν η τυπική εργατική κατοικία κυρίως σε βιομηχανικές περιοχές. Τέτοιες ήταν στον 19ο αιώνα το Λαύριο, τα Αναφιώτικα, η περιοχή της οδού Ζαλόγγου-Κωλέττη και το γνωστό Γκαζοχώρι.

Στο Λαύριο, έγινε η επαναλειτουργία των μεταλλείων και η γαλλική εταιρεία οικοδόμησε κατοικίες γιά τα διευθυντικά στελέχη της, τους τεχνικούς της αλλά και τους εργαζόμενους, οι τελευταίοι κατοίκησαν στον «οικισμό Κυπριανού»  σε μικρά οικήματα αλλά φροντισμένα που δεν είχαν να κάνουν τίποτα με τα slums του άγριου βρετανικού καπιταλισμού των μέσων του 19ου αιώνα.

Στα Αναφιώτικα δημιουργήθηκε αυθαίρετα ένας τυπικός κυκλαδίτικος οικισμός στα ριζά της Ακρόπολης, από αναφιώτες οικοδόμους που εργάζονταν στην οικοδόμηση της Νέας Αθήνας[25]

Στην περιοχή της οδού Ζαλόγγου, τότε εκτός σχεδίου, επίσης από οικοδόμους από διάφορα μέρη, έχει απομείνη τώρα μόνο το σχήμα του ρυμοτομικού και ίσως ένα δυό κτίσματα[26]

Το Γκαζοχώρι όμως ήταν ένας τυπικός εργατικός οικισμός. Μικρά οικήματα, μονόροφα το πολύ διόροφα «λαϊκού νεοκλασικισμού», στέγαζαν σε μάλλον άθλιες συνθήκες τουλάχιστον από πλευράς υγιεινής πλήθος εργαζομένων στις βιομηχανίες της περιοχής, το Γκάζι, το Μεταξουργείο, κ.α.[27]

Ετσι κι’ αλλιώς, δεν μπορούμε να μιλήσουμε ακόμη γιά «παραγκουπόλεις» κυρίως λόγω μεγέθους, είχαν απλά βολευτεί  κάποιες μάζες εργατικής τάξης στις παρυφές της Αθήνας, και ανάλογα με την περίπτωση σε δυσμενείς ή όχι κλιματολογικά περιοχές, αλλά σε πολεοδομική μορφή μάλλον χωρίς προβλήματα.

Οι πρόσφυγες της Μικρασίας. Η δεύτερη φάση ήταν εκείνη που ακολούθησε την Μικρασιατική Καταστροφή, όπου πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες βρέθηκε στην Ελλάδα, και από τους οποίους πάνω από τους μισούς  εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα[28], τον Βόλο[29] και την Θεσσαλονίκη[30]. Ειδικά η Αθήνα απορρόφησε περίπου 220 000 πρόσφυγες σε έναν πληθυσμό μόνον 453.037 κατοίκων. Εδώ τα πράγματα  ήταν πολύ δύσκολα. ένα μικρό μέρος τακτοποιήθηκε σε οργανωμένη δόμηση ή σε παροχή οικοπέδου και χρηματικού βοηθήματος γιά οικοδόμηση, η πλειοψηφία τους όμως εγκαταστάθηκε σε «προσωρινούς» χώρους που παρέσχε το Κράτος (εκκλησιαστικά ή κρατικά οικόπεδα μέσα στον ιστό της πόλης όπως στην Καλλιθέα (Σκοπευτήριο, Χαροκόπου), τα Κουντουριώτικα, την Κοκκινιά, την Δραπετσώνα[31] και τον Κορυδαλλό κ.α.  ή αυθαίρετα σε περιοχές εκτός σχεδίου ή ανάμεσα στους πλούσιους πολεοδομικά χώρους ανάμεσα στα κτήρια της οργανωμένης δόμησης όπως στην Κοκκινιά (πολυκατοικίες), την Νέα Φιλαδέλφεια, την Νέα Ιωνία και τις Τζιτζιφιές. Πρέπει να σημειωθεί ότι ανάμεσα στις από τις κτισμένες από το κράτος κατοικίες, εγκαταστάθηκαν και άλλοι πρόσφυγες είτε συγγενείς ή συγχωριανοί εκείνων που έλαβαν διαμέρισμα ή κατοικία, οι οποίοι κατοίκησαν κυριολεκτικά σε παράγκες ανάμεσα στα μπλόκ της οργανωμένης δόμησης, όπως γιά παράδειγμα στις Τζιτζιφιές.[32]

Εδώ πιά έχουμε κανονικές παραγκουπόλεις, μεγάλες σε μέγεθος με πληθυσμό από 2-4 χιλιάδες κατοίκους, σε πυκνά συσσωματώματα παραγκών, από κάθε υλικό και μορφή, όπου αρκετά αργότερα το κράτος τις εξόπλισε με στοιχειώδη ύδρευση και αποχέτευση, και όπου παρέμειναν οι πρόσφυγες μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1960 και αργότερα.

Η εσωτερική μετανάστευση στον Εμφύλιο και μετά. Η τρίτη φάση, ήταν μετά τον Εμφύλιο, όπου στην δεκαετία του ’50 εγκαταστάθηκαν πάνω από μισό εκατομμύριο εσωτερικών προσφύγων και μεταναστών σε μιά Αθήνα που αριθμούσε μόλις 1 378 586 κατοίκους το 1951 (το 1961 η Αθήνα έφθασε τους 1 850 709 κατοίκους). Είναι γνωστή η τακτική του κυβερνητικού στρατού να καταστρέφει τα χωριά γιά να μην έχουν ανεφοδιασμό και εφεδρείες οι αντάρτες, και με την τακτική αυτή ξερρίζωσε γύρω στους 350.000 αγρότες οι οποίοι κατέφυγαν στις πόλεις[33], αυτό ήταν το πραγματικό Παιδομάζωμα[34], που εκτός των άλλων προμήθευσε και φθηνά εργατικά χέρια στα αστικά κέντρα. Παράλληλα όμως έχουμε και την εντατική αποδιοργάνωση της υπαίθρου (τόσο λόγω του Εμφυλίου αλλά και λόγω της οικονομικής εξέλιξης – το φαινόμενο είχε αρχίσει ήδη από την λήξη του Α.Παγκοσμίου Πολέμου). Γιά την Αθήνα μόνο υπολογίζονται σε μισό εκατομμύριο οι εσωτερικοί μετανάστες, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων στεγάστηκε σε αυθαίρετα στην δυτική πλευρά του Λεκανοπεδίου, οι υπόλοιποι, πιό ευκατάστατοι έχοντας πουλήσει κτήματα και επιχειρήσεις στην επαρχία, κατοίκησαν στις περίφημες «αθηναϊκές πολυκατοικίες», τα νεώτερα αυτά slums των μικροαστών. Γιά τα αυθαίρετα του ’50 έχουν γραφεί πολλές μελέτες, και οικονομικές, και κοινωνικές[35] και έχουν μελετηθεί τόσο ο τρόπος παραγωγής τους όσο η εξέλιξή τους (είδαμε στο προηγούμενο τεύχος του Διάπλου την μετεξέλιξη του προλεταριάτου των αυθαιρέτων σε μικροαστούς των πολυκατοικιών που κτίστηκαν επάνω στα αυθαίρετα με την ένταξή τους στο σχέδιο πόλης[36]).

Περιοχές που αναπτύχθηκαν τότε και που μέχρι να ενταχθούν στο σχέδιο ήταν πραγματικές παραγκουπόλεις ίσως όμως με καλύτερα υλικά από τις φαβέλες της λατινικής Αμερικής. Μιλάμε γιά μεγάλες εκτάσεις στο Μενίδι, τα Λιόσια, την Πετρούπολη, το Περιστέρι, και προς τον Πειραιά και το Θριάσιο το Πέραμα, τον Κορυδαλλό, τον Ασπρόπυργο, την Ελευσίνα, κ.α

Οι σημερινές παραγκουπόλεις. Τέλος σήμερα έχουμε ακόμη χειρότερες φάσεις, όπου μορφοποιούνται δομές κατοίκησης χειρότερες από τα βρετανικά slums του 19ου αιώνα, και που αφορούν κυρίως μετανάστες τόσο από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης (ελλήνων κυρίως ρωσσοποντίων, πολωνών, βουλγάρων, αλβανών κ.α.) όσο και από περιοχές καπιταλιστικών πολέμων όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, χώρες της Αφρικής κ.α. Γιά τις πρώτες περιπτώσεις έχουμε ξανααναφερθεί σε προηγούμενα αφιερώματα του Διάπλου, ας δούμε σήμερα ακριβώς τις «παραγκουπόλεις» αυτών των μεταναστών.

Τυπικές περιοχές είναι ξανά του Δυτικού Λεκανοπέδιου η περιοχή του Δήμου Αχαρνών όπου διαβιούν ρωσσοπόντιοι, η Αγία Βαρβάρα πάλι με πρόσφυγες από την ΕΣΣΔ, κ.α.

Παράλληλα, υπάρχουν στον αστικό ή ευρύτερό του χώρο γεωργικές εκμεταλλεύσεις στις οποίες δημιουργούν οι ίδιοι οι μεγαλοαγρότες παραγκουπόλεις, με εντελώς απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης, πρόκειται γιά ένα στοίβαγμα εργατικών χεριών χωρίς εγκαταστάσεις υγιεινής,  σε ελάχιστους χώρους με εντελώς ευτελή υλικά όπως πλαστικά και χάρτμπορντ και μάλιστα τους αναγκάζουν να πληρώνουν και …νοίκι[37]. Αλλοι επιχειρηματίες κυρίως στην βιομηχανία εγκαθιστούν τους εργαζόμενους οικονομικούς μετανάστες σε παροπλισμένα πλοία, σε αποθήκες ή σε εγκαταλειμμένα βιομηχανικά κτήρια[38] σε συνθήκες που περιέγραφε ο Μαρξ γιά το βρετανικό προλεταριάτο στον 19ο αιώνα, όπως η ενοικίαση «με την ώρα» [39], πάντα σε απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης. Τέτοιες εγκαταστάσεις είναι γνωστές από χρόνια αλλά όλοι βολεύονται και δεν μιλάν γενικώς. Αρχικά έγραψε η Ελευθεροτυπία στις 20 και 21 Αυγούστου του 2002, και μετά τέσσερα χρόνια στις 26 Ιουνίου 2006[40], στην συνέχεια ο Ριζοσπάστης στις 20 Μαίου του 2007 και ένα ακόμη χρόνο μετά η Ελευθεροτυπία στις 30 Μαρτίου του 2008 και αμέσως μετά ο Ελεύθερος Τύπος στις 9 και 10 Μαϊου του 2008 γιά να γίνουν ξανά και πρόσκαιρα θέμα και γιά να ξαναξεχαστούν σύντομα. Το θέμα αναζωπυρώθηκε πρόσκαιρα με την παρέμβαση του ΠΑΜΕ και την επίθεση των τραμπούκων των φραουλοπαραγωγών ενάντια στους επικεφαλής του ΠΑΜΕ και στους μετανάστες φυσικά με την ανοχή της αστυνομίας και όλων των τοπικών Αρχών[41]. Και τί έγινε άλλωστε με την παρέμβαση του Συνήγορου του Πολίτη το 2002[42] ; ό,τι και με την «Επιθεώρηση Εργασίας» το 2008[43](καταδικάστηκε ένας (1) παραγωγός σε τρίμηνη φυλάκιση -εξαγοραζόμενη-)[44] ή την παρέμβαση στον Εισαγγελέα το 2008[45] (αλλού επεμβαίνει ο κ.Σανιδάς όπως είναι γνωστό!)

Η κοινωνική και πολιτική κατάσταση στις παραγκουπόλεις. Η παραβατικότητα. Σήμερα, οι νέες παραγκουπόλεις έχουν τις ιδιομορφίες τους και κυριαρχούνται από πολλαπλά φαινόμενα. Υπάρχουν περιοχές που παρ’ όλο τον προλεταριακό χαρακτήρα τους, κυριαρχούνται από τοπικές ή ευρύτερες μαφίες, φαινόμενο που θα πρέπει να θεωρηθεί ως συνέχεια της ανάπτυξης της μαφίας στη πρώην ΕΣΣΔ με την οποία συνεργάζεται (διαφόρων ομάδων, τσετσένικη μαφία, ρώσσικη μαφία, γεωργιανή, αλβανική  κλπ στις οποίες το ελληνικό στοιχείο πολλές φορές παίζει και τον κυρίαρχο ρόλο – αυτό το τονίζουμε γιά να μην μας πούν ότι φταίνε οι ξένοι γιά το οργανωμένο έγκλημα στην Ελλάδα ! Βέβαια, το αναρχικό σύνθημα «τί είναι η ληστεία μιας Τράπεζας μπροστά στο έγκλημα της ίδρυσής της ;» δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα, αλλά αυτό είναι μιά άλλη ιστορία, μιά και η εποχή του Ρομπέν των Δασών και του Τσακιτζή έχει μάλλον ακολουθήσει την φεουδαρχία στον τάφο της.

Δεν είναι οι διεργασίες και η πολιτική συνείδηση τέτοια που να οδηγεί τις παραγκουπόλεις πάντα στην Αριστερά και τον κοινωνικό αγώνα. Δεν είναι ασυνείθιστο το φαινόμενο, μικροαστικές μάζες που μεταπίπτουν σε προλεταριάτο αντί να αποκτήσουν προλεταριακή συνείδηση να στρέφονται σε ακροδεξιές ιδεολογίες και δράσεις. Ετσι, κοινωνικά προβλήματα εμφάνισης λούμπεν προλεταριάτου, μαφίας και παραβατικότητας σε χαμηλό αλλά και σε ύψιστο βαθμό, υπάρχουν στις σύγχρονες παραγκουπόλεις διεθνώς, όπως στο Ρίο ντε Ζανέϊρο, όπου αυτό είναι μιά μεθοδευμένη κατάσταση που προκύπτει από την συνεργασία της αστυνομίας και των παρακρατικών της ώστε αντί το προλεταριάτο να διαμορφώσει επαναστατική συνείδηση, να ενσωματωθεί σε ένα μαφιόζικο σύστημα ή να αποδεχτεί την κρατική τρομοκρατία[46]

Είναι γνωστό και έχει μελετηθεί από πολλούς ερευνητές στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα ότι οι παραγκουπόλεις στην λατινική Αμερική αποτελούν ένα σύνθετο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο, στο οποίο η διαδικασία πραγματοποιείται σε μία ακραία περίπτωση από συγκροτημένες ομάδες εποικιστών πλήρως ανεξάρτητων και με αυτοδιαχείριση, μέχρι την άλλη περίπτωση όπου το ίδιο το κράτος «καθοδηγεί» και καρπούται διάφορα πολιτικά οφέλη.  Στις περιπτώσεις αυτές η κρατική παρέμβαση οδηγεί μέχρι και στην αποδοχή από τους κατοίκους της συνεργασίας με τις δυνάμεις καταστολής[47] ή ακόμη και την συνεργασία των μαφιών που ελέγχουν τις φαβέλες και οι οποίες εξασφαλίζουν στους κατοίκους τους, τους favelados, την «προστασία» και την ηρεμία, ασφαλτόστρωση δρόμων, φάρμακα και βοηθήματα γιά τους φτωχούς, με παράλληλη βέβαια ενασχόληση των συμμοριών αυτών με εμπόριο ναρκωτικών κ.α.[48]

Κοινωνικά οι παραγκουπόλεις ακολουθούν την κοινωνική κατάσταση της εποχής τους. Εντονες ταξικές  συσπειρώσεις στις προσφυγογειτονιές, αρχικά βενιζελικοί και πολύ σύντομα στο Κομμουνιστικό Κόμμα, εξελίχτηκαν στην Κατοχή ως οργανωμένες εστίες αντίστασης (Χαροκόπου, Καισαριανή, Κοκκινιά και Κορυδαλλός, Κερατσίνι κ.α). Η επόμενη φάση του ’50, εξακολουθούσε να είναι με το ΚΚΕ και την τότε ΕΔΑ, αλλά μετά την μεταπολίτευση άρχισε η πορεία προς την σοσιαλδημοκρατία ή και την δεξιά, και αυτό ερμηνεύτηκε από πολλούς μελετητές σε προηγούμενα τεύχη του Διάπλου[49].

Η Καισαριανή και του Χαροκόπου, έπαιξαν τον ιστορικό τους ρόλο τότε, τώρα είναι πιό εύκολο να μεθοδεύσει η αστική τάξη την προσέγγιση του εξαθλιωμένου ή μή προλεταριάτου στην κάθε είδους μαφία, ιδίως αν υπάρχουν οι κατάλληλες γι’ αυτό προϋποθέσεις, όπως προέλευση των κατοίκων και σχέσεις τους με τις μαφίες του τόπου προέλευσης (ρωσσοπόντιοι και σχέσεις τους με τις ρώσσικες κ.α. μαφίες στην πρώην Σοβιετική Ενωση, τσιγγάνοι, ρομά,  στους οποίους έχει ήδη αναπτυχθεί ταξική διαφοροποίηση ανάμεσα σε «φτιαγμένους» και προλεταριάτο. Εδώ οι «φτιαγμένοι» συγκροτούν μαφίες και «δένουν» και το προλεταριάτο τους κ.α., πρόσφυγες από ανατολική Ευρώπη με συγκροτημένες μαφίες όπως Ρουμανία, Βουλγαρία κ.α. ) ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο σε πρόσφυγες από το Ιράκ, το Αφγανιστάν το Μπαγκλαντές ή την Πολωνία. Οι αλβανοί οικονομικοί μετανάστες, παρ’ όλα όσα σκόπιμα λέγονται,  μένουν γενικά έξω από τις μαφίες, ελάχιστοι μετέχουν και αυτοί κυρίως με αφεντικά έλληνες μαφιόζους[50]. Θα πρέπει να σημειωθεί έντονα, η συνεργασία των μαφιών αυτών με αστυνομικά όργανα σε πολύ μεγάλο βαθμό, πολλές φορές αστυνομικοί είναι και ηγετικά στελέχη τους ιδίως σε υποθέσεις ναρκωτικών και  κυκλωμάτων πορνείας από χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Βέβαια είναι αυτονόητο ότι τα κυκλώματα αυτά δεν θα μπορούσαν να ανθίσουν χωρίς και την συνεργασία των δικαστικών αρχών, και βγήκαν αρκετά στην φόρα με τις σίγουρα μικρές αποκαλύψεις του λεγόμενου «παραδικαστικού κυκλώματος» -η διαφθορά είναι πολύ βαθύτερη…

Ετσι, έχουμε πολλές φορές γεγονότα ή καταστάσεις σε περιοχές όπως γιά παράδειγμα στο Μενίδι[51] ή στην Αγία Βαρβάρα[52] ή το Ζεφύρι[53] που σίγουρα αναλογούν  στις αντίστοιχες  των favelados της λατινικής Αμερικής με ναρκωτικά, παραεμπόριο «επώνυμων» ειδών (αλλά μαϊμούδων, και γιατί όχι άλλωστε να μην βγαίνει και ο πολύς ο κόσμος με «σινιέ» ρούχα; μόνο οι πολυεθνικές χάνουν και οι δεσποινίδες και νεαροί του Κολωνακίου που χάνουν την αποκλειστικότητα ! ) και βεβαίως με την ύπαρξη συμμοριών συνεργαζόμενων  ή μή κατά περίπτωση με τις κρατικές αρχές, και κάπου τόχουμε ξαναδεί αυτό το έργο …

Η κοινωνική και πολιτική κατάσταση στις παραγκουπόλεις. Η επαναστατικότητα. Από την άλλη μεριά όμως, η δημιουργία των παραγκουπόλεων της λατινικής Αμερικής πολλές φορές αποτέλεσε διεργασία αντίστοιχη εκείνης της Αυστρίας του 1920, με συνεκτική εσωτερική οργάνωση, καθαρό πολιτικό πλαίσιο (συνήθως αριστερότερα της επίσημης αριστεράς), των pobladores. Η οργάνωση αυτή, επέλεγε τους χώρους κατάληψης (συνήθως εκκλησιαστική και κρατική περιουσία) οργάνωνε και διαμοίραζε τον χώρο και οργάνωνε την εγκατάσταση (σχεδίαση και διανομή των «οικοπέδων», κατάληψη, οικοδόμηση, περιφρούρηση) των οικιστών[54].

Εχουμε τέτοια παραδείγματα από την Χιλή, και δεν είναι τυχαίο ότι αποτέλεσαν και τις βασικές εστίες αντίστασης στην επίθεση της Χούντας στο καθεστώς του Σαλβατόρ Αλλιέντε όπως η παραγκούπολη Loermida στο Σαντιάγκο στις 12.9.1973 [55] γι’ αυτό και βομβαρδίστηκαν ανηλεώς από την αεροπορία του Πινοσέτ[56]. (Τηρουμένων των αναλογιών, ας θυμηθούμε τις επιθέσεις με μυδραλιοβόλα των spitfires της RAF στον Δεκέμβρη του ’44 στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας, κυρίως στις γύρω από το Θησείο γιά να σπάσουν την πολιορκία από τον ΕΛΑΣ των ταγματασφαλιτών στου Μακρυγιάννη).

Τέτοιου είδους κοινωνικές συνθέσεις στις παραγκουπόλεις, προφανώς ευνοούν τις επαναστατικές διεργασίες, αλλά στην Ελλάδα μάλλον συμβαίνει το αντίθετο, και αυτό προκύπτει από μιά σειρά συγκεκριμένων διεργασιών στην απόκτηση κατοικίας στις περιοχές αυτές. Η απόκτηση οικοπέδου και η οικοδόμηση ακολούθησε έναν νόμιμο γιά τους κατοίκους δρόμο : την νόμιμη αγορά του οικοπέδου και των υλικών κατασκευής άσχετα αν ο πωλητής οικοπεδέμπορος ήταν απατεώνας και καταπατητής. Και όχι μόνο αυτό, αλλά η εξασφάλιση της μή κατεδάφισης περνούσε από πολλά κανάλια όπως την συγκεκριμένη μάντρα υλικών όπου έπρεπε να προμηθευτεί ο οικιστής τα υλικά του (αλλιώς «καρφωνόταν» και ερχόταν αμείλικτη η αστυνομία και του το κατεδάφιζε) η δωροδοκία των αστυνομικών οργάνων (που πολλές φορές ενείχε και παράπλευρες «παραχωρήσεις»),  η προσφυγή γιά προστασία στον τοπικό βουλευτή του κυβερνώντος Κόμματος (τουλάχιστον γιά μιά δεκαπενταετία 1950-1964 της δεξιάς), γιά παράδειγμα γιά το Πέραμα μετά το 1974 αυτός ήταν ο Ηλίας Βουγιουκλάκης της ΝΔ[57] και πριν την Χούντα ανάλογα,κ.α.[58] και αυτό συνεχίζεται και σήμερα όπου οι καταυλισμοί γιά παράδειγμα της Ηλείας ελέγχονται από συγκεκριμένα κυκλώματα[59] που παρέχουν «στέγη, τροφή και προστασία»[60].

Παράλληλα, έχουμε περιπτώσεις καταλήψεων χώρων όπου αυτές γίνονται από οργανωμένες ομάδες αλλά όχι μόνο γιά αυτοστέγαση αλλά και γιά …μεταπώληση σε άλλους οικιστές, και βέβαια στις περιπτώσεις αυτές (στις οποίες εν πολλοίς συγκαταλέγεται και το Πέραμα) διαμορφώνονται και αντίστοιχες συνειδήσεις[61] και αυτό δεν πρέπει να το παραγνωρίσουμε.

Τί τελικά είναι οι «παραγκουπόλεις» ; λύση ανάγκης γιά τις πλατειές μάζες ; περιθώριο νομοτελειακό ή μή ; εργαλείο της άρχουσας τάξης στο να βολεύει το πρόβλημα της κατοικίας; κανάλι ενσωμάτωσης στο Σύστημα; Νομίζω ότι είναι όλα αυτά, και δεν ισχύουν μόνο οι χαρακτηρισμοί του Α.Τρίτση γιά τον «ηρωϊκό οικιστή των αυθαιρέτων» ούτε μόνο οι χαρακτηρισμοί τους ως «παραβατικά» στρώματα. Είναι όλα μαζί, και ως εποικοδόμημα, γιά να τις μελετήσουμε θα πρέπει να ερευνήσουμε βασικά το οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο της κάθε συγκεκριμένης κοινωνίας στην οποία εντάσσονται, βρίσκοντας και τις ομοιότητες αλλά και τις διαφορές τους, από τα προσφυγικά του ’22 μέχρι τα αυθαίρετα του ’50, και από τις faveles και τις barriadas της λατινικής Αμερικής μέχρι τις εγκαταστάσεις των ρωσσοποντίων στο Μενίδι και τους καταυλισμούς των ασιατών στην Ηλεία και τα Μεσόγεια.

ΠΟΛΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ – Η ΑΘΗΝΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ

(δημοσιεύθηκε στο «Διάπλους» τ.18/Φεβρ.-Μαρτ. 2007)

αφιερώνεται στην μνήμη του Γιάννη, (1975-2007)

που τόσο πάλεψε μαζί με τους φίλους-ες  και συντρόφους-ες του

ανάμεσα στ’ άλλα και γιά καλύτερες μέρες γιά τους μετανάστες

Η ταξική δομή της πόλης. Η ταξική δομή της πόλης είναι μια δεδομένη έννοια, μόνο που τις τελευταίες δεκαετίες αποκτά άλλη ποιοτική διάσταση. Οι εργατικές συνοικίες, τα slums δίπλα στις βιομηχανίες του 19ου αιώνα, έδωσαν εν πολλοίς την θέση τους στους προσφυγικούς συνοικισμούς των παραπηγμάτων  του Μεσοπόλεμου, και στην συνέχεια και αυτοί στις περιοχές αυθαιρέτων των εσωτερικών μεταναστών στο Δυτικό Λεκανοπέδιο μετά την εμφυλιοπολεμική περίοδο.

Κάποιοι θα μπορούσαν να μιλήσουν γιά σύγχρονα slums, τηρουμένων των αναλογιών, ανάμεσα στην εξαθλίωση της εργατικής τάξης του 19ου αιώνα και την εξαθλίωση της μικροαστικής τάξης του 20ου αιώνα : η μεταπολεμική πολυκατοικία στις περιφερειακές συνοικίες των Αθηνών πράγματι αξίζει σχετικά έναν τέτοιο τίτλο και η ονομασία «Κυψέλη» ή «Παγκράτι», ιδίως όσο αφορά τα ισόγεια και υπόγεια διαμερίσματα -ακόμη και των πρώτων ορόφων- υποδηλώνει την απαξίωση ενός πολεοδομικού περιβάλλοντος που αποτέλεσε έντεχνα το ιδανικό και το πρότυπο των μικροαστών του ’50.

Κοινωνικά στρώματα και τάξεις στον χώρο της  Αθήνας. Βλέποντας το θέμα από την γενικότερη κοινωνικοοικονομική σκοπιά και όχι μόνο από την στενά «πολεοδομική» θα μπορούσε να είχε μερικές διαπιστώσεις γιά το ποιά είναι σήμερα τα κατώτερα στρώματα της εργατικής τάξης στην Αθήνα (και την  Ελλάδα γενικότερα), μιλάμε γιά κανονικό προλεταριάτο και όχι το γνωστό μας λούμπεν προλεταριάτο. Από την εποχή όπου οι οικοδόμοι γιά παράδειγμα δεν κατέχουν μόνο την εργατική τους δύναμη αλλά και ένα ποσοστό υπεραξίας που απολαμβάνουν από μισθωτούς σ’ αυτούς, τώρα που οι ίδιοι έγιναν «υπεργολάβοι», έχουν περάσει ίσως και χωρίς και να το καταλαβαίνουν  στα μικροαστικά στρώματα, αυτό όμως το βλέπουμε μόνο στα εκλογικά αποτελέσματα όπου παραδοσιακές εργατικές περιοχές όπως το Περιστέρι, η Καισαριανή, το Αιγάλεω, ο Κορυδαλλός, η Νέα Ιωνία, περιοχές εργατικές και προσφυγικές, προπύργια της Αριστεράς στον Μεσοπόλεμο, την Κατοχή και την πρώτη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο, πάντα με κομμουνιστές δημάρχους, σιγά -σιγά διολισθαίνουν σε ηπιότερους πολιτικούς σχηματισμούς, και σύντομα σε σοσιαλδημοκρατικούς ακόμη και στην επάρατο Δεξιά που τόσο σκληρά πολέμησαν οι πατεράδες τους.

Ποιός αντικατέστησε τα μικροαστικά πλέον αυτά στρώματα στην παραγωγή; ποιός είναι εκείνος που είναι σήμερα ο πραγματικός -κατά τον μαρξιστικό ορισμό – προλετάριος, αυτός «που δεν έχει να χάσει τίποτα εκτός από τις αλυσσίδες του», αυτός που κατέχει μόνο την εργατική του δύναμη η οποία και έρχεται αντικρυστά με το Κεφάλαιο στην βασική Αρχή του Καπιταλιστικού Συστήματος;

Οικονομικοί μετανάστες – η προϊστορία. Πέρα από ακόμη μεγάλα στρώματα υπαλλήλων στον εμπορικό και βιοτεχνικό τομέα αλλά και εργατών σε βιοτεχνίες και βιομηχανίες που υπάρχουν ακόμη, (και δεν είναι τυχαίο ότι είναι και οι πλέον ριζοσπαστικότεροι στις πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές τους), σε πολλές περιπτώσεις την θέση των περισσότερο  χαμηλών οικονομικών στρωμάτων την έχουν πάρει, ή πιό σωστά, τους συμπληρώνουν πλέον, οι οικονομικοί μετανάστες. Αρχικά προέρχονταν από την ελληνική επαρχία, όπως στην δεκαετία του ’50-’60 που πήγαιναν απ’ ευθείας από το χωριό τους στην Γερμανία και το Βέλγιο και κάποιοι ερχόταν στην Αθήνα, η οποία παρουσίασε αύξηση 37% στην δεκαετία περίπου εκείνη την εποχή, με αιχμή το δυτικό Λεκανοπέδιο της «αυθαίρετης δόμησης» με αυξήσεις από 300% (Αγία Βαρβάρα, Αγ.Δημήτριος κ.α) μέχρι και 660% (Νέα Λιόσια). Οι οικονομικοί μετανάστες της ελληνικής επαρχίας μετά το ’70 συνήθως είχαν προέλευση την Θράκη και ήταν από την μουσουλμανική κοινότητα, με κύριο χώρο εγκατάστασης στην Αθήνα τις δυτικές παρυφές του κέντρου και εργασία στις βιοτεχνίες της περιοχής Ψυρρή, Μεταξουργείου και Κολωνού.

Μετά το 1980 όμως παρατηρείται ένα έντονο ρεύμα  από το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές και εν μέρει και από το Ιράκ, οι άνθρωποι αυτοί εργάζονταν στις ανθούσες τότε βιομηχανίες της Δυτικής Εισόδου της Αθήνας (Χαϊδάρι) και κατοικούσαν στην γύρω περιοχή. Μιά μεγάλη ομάδα όμως εργαζόταν στο Μενίδι, τα Μεσόγεια και τον Μαραθώνα ως αγρεργάτες, συνήθως κάτω από ιδιαίτερα άθλιες συνθήκες στέγασης, διατροφής και μισθοδοσίας. Τέλος μετά το 1991 και την μαζική έξοδο πληθυσμών από το  πρώην σοσιαλιστικό στρατόπεδο, η Ελλάδα και ειδικά η Αθήνα, πύκνωσε την εργατική της τάξη αρχικά με αλβανούς και αργότερα με κάθε προέλευσης πρώην κατοίκων της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι στις ομάδες αυτές προστίθενται και οικονομικοί μετανάστες από τον αφρικανικό χώρο, στην δεκαετία του ’70 από την τότε αποσχισθείσα επαρχία της Νιγηρίας, την Μπιάφρα, και στην συνέχεια από όπου διεξάγονταν πόλεμοι με τις επακολουθούσες μαζικές σφαγές και μαζική προσφυγιά, σχεδόν σε όλη την Αφρική.

Οι οικονομικοί μετανάστες σήμερα. Σήμερα στην Αθήνα, διαβιούν πάνω από 40 εθνότητες από την Ασία (Μπαγκλαντές, Ινδία, Πακιστάν, Ιράκ), από την Αφρική (Ζαϊρ, Κονγκό, Νιγηρία, Σουδάν, Κένυα, Ουγκάντα) και από την Νοτιοανατολική πρώην σοσιαλιστική Ευρώπη (αλβανοί, πολωνοί, σέρβοι, βούλγαροι, ρουμάνοι, ουκρανοί και ρώσοι, τσετσένοι), αλλά και ομογενείς από την Νότια Ρωσσία, (που ήταν και εκεί πρόσφυγες από τον Πόντο του 1922), τους γνωστούς «ρωσοπόντιους». Μιλάμε πάντοτε γιά προλεταριάτο, δεν συμπεριλαμβάνουμε ούτε τους νεοκαπιταλιστές από την Ρωσία, ούτε τους μεγαλοεπιχειρηματίες από τον Λίβανο, και φυσικά ούτε τους κάθε λογής μαφιόζους από την Νοτιοανατολική Ευρώπη ή αλλού. Συνολικά, σύμφωνα με στοιχεία του αφιερώματος του «Διάπλου» (τ.4) το 2001 υπήρχαν 800.000 περίπου ξένοι υπήκοοι στην Ελλάδα, αριθμός που θα πρέπει να αμφισβητηθεί δεδομένης της μή καταμέτρησης των λαθρομεταναστών που προφανώς απέφυγαν να απογραφούν, ενώ οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ το 2003 ανέρχονταν στις 500.000 περίπου. Τουλάχιστον επίσημα έχουμε 300.000 οικονομικούς μετανάστες που είτε είναι παιδιά, (μή εργαζόμενα;;;), είτε γυναίκες και άντρες μή ασφαλισμένους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προσφέρουν «μαύρη εργασία», και σίγουρα ο αριθμός των μεταναστών που δεν εμφανίζονται ούτε στις απογραφές ούτε στα ασφαλιστικά ταμεία είναι μεγαλύτερος από αυτήν την διαφορά των 300.000 προσώπων. Αναλυτικότερα και με όλες τις επιφυλάξεις που αναφέρθηκαν, εμφανίζονται ως ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ το 2003,  243.000 αλβανοί, 60.000 ρώσσοι, 32.000 βούλγαροι, 22.000 ρουμάνοι, 17.000 πακιστανοί, και από 6-9.000 αιγύπτιοι, πολωνοί, ινδοί, από το Μπαγκλαντές, σύροι, φιλιππινέζοι, και από 1000-4000 γεωργιανοί, ουκρανοί, γιουγκοσλάβοι, κινέζοι, νιγηριανοί, ιρανοί, τούρκοι (κούρδοι 😉 αιθίοπες και σουδανοί. Ο κατάλογος δεν αποδίδει πιστά την πραγματικότητα μιά και λείπουν οι λαθρομετανάστες και μάλιστα σε μεγάλους αριθμούς όπως οι κούρδοι (εκτός αν μέρος τους περιλαμβάνεται στους τούρκους τους ιρανούς και τους ιρακινούς). Αλλες πηγές όμως δίνουν διαφορετικά συνολικά νούμερα, όπως γιά 50.000 πολωνούς, 30.000 από τις Φιλιππίνες κλπ. όπου φαίνεται καθαρά ότι μικρά ποσοστά από τους μετανάστες είναι εγγεγραμμένοι στο ΙΚΑ, όπως άλλωστε αναλύθηκε.

Η κοινωνική θέση των μεταναστών. Ακόμη, πρέπει να συγκρίνουμε την υποδοχή των ελλήνων μεταναστών στην Γερμανία του ’60 με την υποδοχή των οικονομικών μεταναστών στην χώρα μας, που είναι το άκρως αντίθετο. Στην Γερμανία οι τότε μετανάστες (έλληνες, ιταλοί, γιουγκοσλάβοι, τούρκοι και ισπανοί) απολάμβαναν όλα τα προνόμια των γερμανών εργατών, ήταν γραμμένοι στα συνδικάτα, είχαν ασφάλιση και κανονικό μισθό, πράγμα που γιά μικρό μόνο ποσοστό συμβαίνει εδώ. Οι εδώ συνθήκες είναι γνωστές, εργασία στο ένα πέμπτο του νόμιμου μεροκάματου (στην επαρχία πολλές φορές τους καταγγέλουν οι ίδιοι οι εργοδότες ως παράνομους, απελαύνονται και δεν πληρώνονται τα χρωστούμενα μεροκάματα),  ο ρατσισμός δεν περιγράφεται και υποδαυλίζεται όχι μόνο από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αλλά και από τις επίσημες Αρχές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ας μην ξεχνάμε την «απόφαση» επαρχιακών δημάρχων που έθεταν «ωράριο κυκλοφορίας» στους ξένους και ας μην μιλήσουμε γιά την εντολή του Υπουργείου όχι μόνο να μην περιθάλπονται μετανάστες στα δημόσια νοσοκομεία αν δεν είναι «νόμιμοι» αλλά και να καταγγέλλονται στην αστυνομία ! Σημειώνεται γιά την ιστορία ότι ο γιατρός που διαμαρτυρήθηκε γιά την απόφαση αυτή, απολύθηκε…

Η επιλογή του  χώρου εγκατάστασης. Ποιά είναι η κατανομή στον χώρο αυτών των «παιδιών ενός κατώτερου θεού»; Κατ’ αρχήν, η εγκατάσταση ενός μετανάστη, ακολουθεί τρείς κανόνες: κοντά σε δικούς του, κοντά στην δουλειά και με φθηνό κόστος. Ο πρώτος όρος είναι η ελάχιστη εξασφάλιση προστασίας και βοήθειας ιδίως τον πρώτο καιρό και η αλληλεγγύη αυτή συσπειρώνει όσους έχουν ανάγκη, σε «γειτονιές» από την αρχαιότητα -βέβαια συσπειρώνει και τα ανώτερα οικονομικά στρώματα στους δικούς τους χώρους, αλλά γιά άλλους λόγους, υψηλής ποιότητας περιβάλλον, κοινωνικό γόητρο, ασφάλεια κλπ. Ο δεύτερος όρος, πολλές φορές ταυτίζεται με τον πρώτο, δεδομένου ότι οι «πρωτοαφιχθέντες» αναζήτησαν χώρο όπου υπήρχε δουλειά, ενώ οι επόμενοι έρχονται κοντά στους δικούς τους. Είναι φανερό, ότι και ο τρίτος όρος, το φθηνό ενοίκιο, ταυτίζεται με τον χώρο εργασίας, και μιλάμε γιά υποβαθμισμένες βιομηχανικές περιοχές της Αθήνας, μιά και αυτοί οι οικονομικοί μετανάστες εργάζονται είτε σε ευκαιριακές εργασίες, είτε σε βιοτεχνίες και βιομηχανίες κυρίως, και μιά μερίδα ως αγρεργάτες όπως αναφέρθηκε. Επίσης πρέπει να ξεχωρίσουμε τους εργαζόμενους στην οικοδομή, χωρίς ιδιαίτερη κατανομή σε εθνικότητα, που ο όρος «εγγύτητα στην εργασία» μεταφράζεται απλά σε εγγύτητα σε Μέσα Μαζικών Μεταφορών. Ετσι, μπορούμε να αιτιολογήσουμε απόλυτα σχεδόν την σημερινή κατανομή των οικονομικών μεταναστών

  • η πιό απλή περίπτωση είναι εκείνη των αγρεργατών που τους εγκαθιστούν ασφυκτικά σε άθλιες συνθήκες, σε αγροτικές αποθήκες στα κτήματά τους στον Μαραθώνα, τα Μεσόγεια, το Μενίδι, κυρίως ινδούς και πακιστανούς. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι «ρωσοπόντιοι» στην ευρύτερη περιοχή του Μενιδιού ανάμεσα σε καταυλισμούς τσιγγάνων ρομά, και με την ίδια αθλιότητα κατασκευών, αν και η εργασία τους μπορεί και να μην είναι πάντα στην περιοχή. Η εγκατάστασή τους έγινε μάλλον με κρατική πρωτοβουλία, όπως στην Χούντα η εγκατάσταση των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης στον Κολωνό και το Μεταξουργείο.
  • οι εργαζόμενοι στις βιομηχανίες και βιοτεχνίες του Δυτικού τμήματος του Λεκανοπεδίου, από το Ψυρρή και τον Κολωνό, μέχρι τον Ελαιώνα, το Περιστέρι, το Χαϊδάρι (εξαιρούμε την Ελευσίνα μιά και αποτελεί δικό της χώρο με την βαρειά κυρίως βιομηχανία της και τους δικούς της οικονομικούς μετανάστες), όσοι δεν στεγάζονται «από την επιχείρηση» (έχει καταγγελθεί η «στέγαση» σε παροπλισμένο πλοίο στην Χαλκίδα σε εργαζόμενους οικονομικούς μετανάστες σε συγκεκριμένη βιομηχανία της περιοχής), κατοικούν στις περιοχές ανάμεσα στις βιομηχανίες και βιοτεχνίες. Ετσι, η περιοχή Κολωνού, Περιστερίου, Λένορμαν, Ελαιώνας και Ρέντης, Πλατεία Αττικής και Πλατεία Βάθης, Μεταξουργείο και Ψυρρή (όσο δεν τους διώχνουν μαζί με τις βιοτεχνίες τα μοντέρνα και πανάκριβα «φαγάδικα»), είναι η κύρια περιοχή εγκατάστασής τους.
  • θα πρέπει γιά σύγκριση να κάνουμε μιά παρένθεση γιά τους υψηλών οικονομικών επιπέδων ξένων, όπως λιβανέζων, ρώσσων, από τις ΗΠΑ και Καναδά και τέλος των κινέζων, όπου εγκαθίστανται οι δύο πρώτοι κυρίως στην παραλιακή περιοχή (Παλαιό Φάληρο έως Βουλιαγμένη) πολλοί και σε οχυρωμένες βίλλες, ή στην περιοχή Αγίας Παρασκευής (κοντά στα ελληνοαμερικανικά κολλέγια), και οι κινέζοι σε μεσοαστικές περιοχές όπως το Παγκράτι.

Ο σημερινός εθνογραφικός χάρτης της Αθήνας. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, αλλά και από δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου (metrorama 27.8.2001, Καθημερινή 17.3.1996, 25.5.1997,  2.5.1999 κ.α., Ελευθεροτυπία 24.1.2001, 13.5.2002 κ.α. αλλά και κυρίως του αφιερώματος του «Διάπλου» τ.4), η εγκατάσταση των οικονομικών μεταναστών ακολουθεί αυτές τις τρείς αρχές που αναλύθηκαν (εθνογραφική συσπείρωση, εγγύτητα τόπου εργασίας, φθηνό κόστος εγκατάστασης).  Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω πηγές, έχομε:

  • κατ’ αρχήν, το «εμπορικό κέντρο» με μαγαζιά με προϊόντα της πατρίδας τους, που διαχειρίζονται οικονομικοί μετανάστες όπου πέρα από την διαχείριση, απευθύνονται και σε συγκεκριμένες εθνότητες, αυτό σύμφωνα με τα δημοσιεύματα περιλαμβάνεται στο «τρίγωνο» Πειραιώς-Σοφοκλέους-Σωκράτους, και αυτό είναι λογικό, μιά και η περιοχή της Ομόνοιας μετά τον πόλεμο  αποτελούσε το κέντρο των χαμηλών στρωμάτων – σε αντίθεση με την Πλατεία Συντάγματος. Προφανώς τα μαγαζιά αυτά, αποτελούν και χώρο συνάντησής τους.

Από κεί και πέρα, έχουμε κάποιες ειδικές συγκεντρώσεις, όπως

  • την παλαιά συγκέντρωση  μουσουλμάνων εσωτερικών μεταναστών (με πρωτοβουλία της Χούντας γιά να μειώσει το μουσουλμανικό στοιχείο της Θράκης !) στην περιοχή του Κολωνού – πλ.Βάθης-Μεταξουργείου.
  • ειδικά στο Μενίδι, εκτός από τους ρωσσοπόντιους, και ρώσσους, γεωργιανούς, τσετσένους, ουκρανούς και από το Καζακστάν. Εδώ πρόκειται γιά κρατικής πρωτοβουλίας εγκατάσταση, οι μετανάστες εργάζονται σε διάφορες περιοχές, πάντως έτσι και αλλιώς είναι στο κέντρο βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων τόσο στο Δυτικό Λεκανοπέδιο όσο και το Θριάσιο.
  • την «μικρή Βαρσοβία» γύρω από την Πλατεία Βάθης και την Μιχαήλ Βόδα με πολύ καλά οργανωμένη πολωνική κοινότητα, καταστήματα, στέκια, παιδικούς σταθμούς.
  • την σουδανική συγκέντρωση στα Κάτω Πατήσια, με ενσωμάτωση και μεταναστών από την Σιέρα Λεόνε.
  • βιομηχανικές περιοχές, Πειραιάς, Ν.Ιωνία, Ρέντης, Περιστέρι: από Πακιστάν και Μπαγκλαντές, Ιράκ, Κούρδοι.
  • στις περιοχές γύρω από τα νοσοκομεία της Βασιλίσσης Σοφίας, νοικιάζουν ομαδικά διαμερίσματα μετανάστες από τις Φιλιππίνες που εργάζονται ως νοσηλεύτριες ή αποκλειστικές και που συναντώνται τις αργίες τους με τις συμπατριώτισσές τους που εργάζονται σε όλο το Λεκανοπέδιο ως οικιακοί βοηθοί.
  • αγρεργάτες. Κυρίως ινδοί και πακιστανοί : Μαραθώνας, Μενίδι, Μεσόγεια

Σε μιά πρώτη εκτίμηση σχέσης χώρου και εθνικότητας, έχομε

  • ρώσσοι, ουκρανοί, κλπ : Αγίου Κωνσταντίνου, Ομόνοια, Πλ.Βικτωρίας, Κολωνός, Κυψέλη,
  • πακιστανοί, ινδοί και από το Μπαγκλαντες: Πλ.Βάθης, Ομόνοια, Ρέντης, Ν.Ιωνία, Ανω Λιόσια, Κερατσίνι, Πειραιάς, Σπάτα
  • αλβανοί :πλ.Βάθης, πλ.Βικτωρίας, Κυψέλη, Γκύζη, Μπραχάμι, Ν.Ιωνία, Ανω Λιόσια, Μεσόγεια.
  • αφρικανοί: Ομόνοια, Αγίου Μελετίου, Κυψέλη, Κουκάκι, Αμπελόκηποι, Λ.Αλεξάνδρας, Νεάπολη, Ρέντης, Πειραιάς
  • πολωνοί: πλ.Βάθης, πλ.Ομονοίας, Κυψέλη, Γκύζη, Αμπελόκηποι, Χολαργός

Είναι φανερό ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις και ανάμεσα στις διάφορες εθνικότητες, όπου άλλοι (προφανώς οι πρόσφατοι μετανάστες) διαμένουν σε περισσότερο υποβαθμισμένες περιοχές, ενώ οι παλαιότεροι που απέκτησαν και κάποια οικονομική επιφάνεια σε καλύτερες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές από της εθνότητες έχουν φθάσει σε υψηλά επίπεδα οργάνωσης, με δικά τους σχολεία, παιδικούς σταθμούς, «στέκια» συγκέντρωσης, ακόμη και τόπους θρησκευτικής λατρείας, οργανώνουν τις δικές τους γιορτές, έχουν ακόμη και δικά τους περιοδικά.

Σημειώνεται ακόμη ότι τα πρωϊνά των Κυριακών, πίσω από τον Αγιο Κωνσταντίνο συγκεντρώνεται συγκεκριμένη εθνότητα (νομίζω πολωνοί ή ανατολικής Ευρώπης) όπου και διακινείται η αλληλογραφία που παραλαμβάνεται από την πατρίδα από εκείνους που έχουν πιά σταθερή διεύθυνση και μοιράζεται στους καινούργιους.

Εχομε λοιπόν στην Αθήνα, όπως και σε κάθε άλλη μεγαλούπολη, διάχυτες νησίδες μεταναστών, και ακόμη μιά συνεχή κοινωνική κινητικότητα, όπως άλλωστε και στους δικούς μας εσωτερικούς μετανάστες του ’50. Νεοαφιχθέντες μετανάστες, περιθάλπονται και προστατεύονται από τους ομοεθνείς τους, μέχρι να «ορθοποδίσουν», βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας και στην συνέχεια και της κατοικίας και πολλές φορές (σε μικρά ποσοστά) αλλάζουν και χώρο κατοικίας αν ανέλθουν οικονομικά. Γενικά πάντως, ο χώρος εγκατάστασης στο Λεκανοπέδιο, γιά το συντριπτικό ποσοστό τους είναι οι υποβαθμισμένες γενικά περιοχές, είτε αυτές είναι οι βιομηχανικές και βιοτεχνικές περιοχές, είτε τα απαξιωμένα ισόγεια και υπόγεια της πανάθλιας «αθηναϊκής πολυκατοικίας».

Σίγουρα μιά και η πόλη δεν είναι μόνο τα κτήρια αλλά και οι άνθρωποι, έχουμε «πόλεις μέσα στην πόλη», πόλεις πολλές, διαφορετικές, που αποτελούν τελικά ένα ενιαίο σύνολο, πολυεθνοτικό, πολύχρωμο, πολυεθιμικό, πολυεπίπεδο οικονομικά και κοινωνικά, και είτε αυτό αρέσει είτε όχι σε κάποιους,  αποτελεί αναπόσπαστο και ιδιαίτερα ζωντανό μέρος της πόλης των Αθηνών, και γιατί όχι άλλωστε ;


[1] Β.Λιόγκαρης, Συνοικισμός Χαροκόπου, Αθήνα 1996, σελ. 224

[2] Κ.Μαρξ, «η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»,  και ακόμη  «ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» , και στον 4ο τόμο του Κεφάλαιου (οι θεωρίες της υπεραξίας) και αλλού.

[3] «μακρυά από την πόλη» στίχου Γιάννη Νεγραπόντη, μουσική Λουκιανού Κηλαϊδόνη από την σειρά «Μικροαστικά», 1973

[4] «στην μικρή αίθουσα εκθέσεων Παρνασσού», οπ.παρ.

[5] Ε.Παπαδοπούλου-Γ.Σαρηγιάννης, «Συνοπτική Εκθεση γιά τις προσφυγικές περιοχές του Λεκανοπεδίου Αθηνών», Αθήνα 2006, (Εκδοση σε CD από το Σπουδαστήριο Πολεοδομικών Ερευνών του ΕΜΠ), των ίδιων, «Η εγκατάσταση των προσφύγων του ’22 στο Λεκανοπέδιο Αθηνών ..» στο ηλεκτρονικό περιοδικό Monumenta τ. 01/2007

[6] βλ. τα αφιερώματα του «Διάπλου» γιά την «χαμένη συνείδηση της εργατικής τάξης» 21/2007, «πόλη και τοπική αυτοδιοίκηση», 11/2006

[7] Γ.Σαρηγιάννης «Αριστερά και τοπική Αυτοδιοίκηση, πενήντα χρόνια πορείας και αλλαγών», Διάπλους 11/2006

[8] Ε. Παπαδάμ-Ριζά, Συμβολή της αστικής πολυκατοικίας στην γένεση της σύγχρονης ελληνικής οικοδομικής,  διδ. διατριβή στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ, 2002, Μ.Μαρμαράς, η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας, Αθήνα 1991, Γ.Σαρηγιάννης η εξέλιξη της εμπορευματοποίησης της κατοικίας και η επίδρασή της στην μορφή της κατοικίας και της πόλεως. Αρχιτεκτονικά Θέματα 1978

[9] Γ.Σαρηγιάννης «Αθήνα 1830-2000» Αθήνα 2000 στα αντίστοιχα κεφάλαια, κυρίως στις συνέπειες της Εκθεσης Βαρβαρέσου.

[10] Γ.Σαρηγιάννης, «η πολεοδομική εξέλιξη της Αθήνας, παράγοντες που συντελούν  στην σημερινή μορφή της πόλης» Οδηγητής, τ.891/Ιαν. 2003, του ίδιου  «καταστολή και πολεοδομία στην ελληνική πόλη του 21ου αιώνα, στον τόμο – αφιέρωμα στον Α.Αραβαντινό «Πόλη και Χώρος; από τον 20ο στον 21ο αιώνα, Αθήνα 2004, του ίδιου «η αιχμή του δόρατος του ελληνικού προλεταριάτου» Παλμός των Οικοδόμων,  123/2004, του ίδιου «η εργατική τάξη και η εξέλιξή της στην Ελλάδα» μαζί με άλλα αναλυτικότερα άρθρα στο αφιέρωμα του περιοδικού Διάπλους  «Η χαμένη συνείδηση της εργατικής τάξης»,  Διάπλους 21/2007

[11] «κολλήγα γιός» στίχοι Γιάννη Νεγρεπόντη, μουσική Λουκιανού Κηλαϊδόνη οπ.παρ.

[12] «ξερίζωμα», οπ.παρ.

[13] Φ.Ενγκελς, «γιά το ζήτημα της κατοικίας» στην συλλογή «Διαλεχτά έργα» τ.1ος, σελ. 756

[14] Βασίλης Λίογκαρης «συνοικισμός Χαροκόπου» Αθήνα 1996, σελ. 282

[15] «Στα 50 χρόνια του Δήμου Δραπετσώνας» ημερολόγιο-τεύχος του Εξωραϊστικού Πολιτιστικού Συλλόγου  και της Ενωσης Δημοτών Δραπετσώνας «Θυμότης», 2002.

[16] Ελευθεροτυπία 29.9.2001

[17] Χρ. Αγριαντώνη, Αγώνες γιά την κατοικία στην Χιλή. Δελτίο ΣΑΔΑΣ τ.3/1973 σελ. 46, Δ.Δεμέναγα-Π. Κανελλόπουλος Οι bariadas της Lima, ο άτυπος τρόπος ανάπτυξης της πόλης. Φοιτητική διάλεξη στον Τομέα Πολεοδομίας του ΕΜΠ, Αθήνα 2000, Α.Κόκκινου-Δ.Πέππα Λατινική Αμερική, el hambre de la vivienda. Φοιτητική διάλεξη στον Τομέα Πολεοδομίας του ΕΜΠ, Αθήνα 2004

[18] Δεμέναγα …οπ.παρ., Κόκκινου…οπ.παρ.

[19] Jean Fourastier, le grand esperant des XXeme siecle Paris 1945, ελλ. μτφρ. Η μεγάλη ελπίδα του 20ου αιώνα, Αθήνα 1972

[20] Β.Ι.Λένιν, Ιμπεριαλισμός, το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού (1910)

[21] Γ.Σαρηγιάννης Εισαγωγή στην ιστορία και θεωρία της πόλης, Αθήνα 1985 σελ. 103 , του ίδιου, Αθήνα 1830-2000 εξέλιξη, πολεοδομία, μεταφορές. Αθήνα 2000 σελ. 244

[22] Κ.Βασιλοπούλου, Ο Νόμος του Ζε, περιοδικό «Ε» της Ελευθεροτυπίας , Κόκκινου-Πέππα, οπ.παρ.

[23] R.Merlin, les villes nouvelles, Paris 1969, F.Osborn-A.Whittick, The new towns, F.Jaspert, vom Staedtebau der Welt, Berlin 1961 κ.α.

[24] γιά τις συνθήκες παραγωγής αυτών των «νέων πόλεων» και τον τρόπο κατοίκησης των οικοδόμων τους στην Ελβετία, βλ. Joern Janssen (ed.), «Goehnerswill», Wohnungsbau  im Kapitalismus, Zuerich 1972

[25] Κ.Μπίρης, Αι Αθήναι, σελ. 171, Αθήναι 1960.,Ιγκε Δάνου, Αναφιώτικα,- Δελτίο ΣΑΔΑΣ 3/1973 σελ. 8, της ίδιας, Ιστορία μιάς απαλλοτρίωσης από το δημόσιο, Δελτίο ΣΑΔΑΣ 1-2/1973

[26] Μπίρης, οπ.παρ.  172

[27] Μπίρης, οπ.παρ. 202 , 242, και ακόμη το αφιέρωμα του Δελτίου του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων «Γκάζι, Κεραμεικός, Μεταξουργείο» τ.6/1993

[28] Ελίζα Παπαδοπούλου-Γεώργιος Σαρηγιάννης, συνοπτική έκθεση γιά τις προσφυγικές περιοχές του Λεκανοπεδίου Αθηνών, Αθήνα 2006 (έκδοση σε CD του Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών της Σχολής Αρχιτεκτόνων), συνοπτική δημοσίευση στο Monumenta, τ.1 Αθήνα 2007.

[29] Γρηγόρης Στουρνάρας, Η επέκταση του Βόλου στον Μεσοπόλεμο, η εγκατάσταση των προσφύγων και η συγκρότηση της Νέας Ιωνίας. Η περίπτωση των Τζαμαλιώτικων, μεταδιδακτορική έρευνα (χρηματοδότηση από το ΙΚΥ) Βόλος 2007

[30] Β.Χαστάογλου………………… Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη ……….

[31] Εξωραϊστικός Σύλλογος – Ενωση Δημοτών Δραπετσώνας «Θυμοίτης», Στα 50 χρόνια του Δήμου Δραπετσώνας, 2002.

[32] Ελίζα Παπαδοπούλου…. οπ.παρ.

[33] Αγγελική Λαϊου, μετακινήσεις πληθυσμού στην ελληνική ύπαιθρο κατά την διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, στο «μελέτες γιά τον εμφύλιο πόλεμο1944-1949» (πρακτικά ομώνυμου Συνεδρίου) Αθήνα 1992,  σελ. 67 κ.εφ.

[34] Δημ.Σέρβος, το παιδομάζωμα, και ποιοί φοβούνται την αλήθεια, Αθήνα 2001

[35] ενδεικτικά αναφέρονται η περίφημη γιά την εποχή της Εκθεση του Α.Σπανού Αθήνα 1962,  τα άρθρα του Δ.Εμμανουήλ , του Α.Ρωμανού, του Γ.Αραχωβίτη κ.α.στο δελτίο του ΣΑΔΑΣ 1/1975, του Α.Ρωμανού κ.α. στο Ενημερωτικό Δελτίο του ΤΕΕ αρ. 820 της 21.12.74, την Εκθεση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών  «Πρόγραμμα Αναπτύξεως 1976-1980», Αθήνα 1976, το τεύχος «Κατοικία» του Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών στην σειρά «πολεοδομικά πρότυπα» (1977) τα αφιερώματα  του περιοδικού Αρχιτέκτονες, τ. 36/Νοε-Δεκ 2002 «Αρχιτεκτονική χωρίς αρχιτέκτονες (1ο),  και 37/Ιαν-Φεβρ. 2003 (2ο), τ.54/Νοε-Δεκ. 2005 Αυθαίρετα…τότε και τώρα, βλ. ακόμη ανάλυση στου Γ.Σαρηγιάννη, Αθήνα 1830-2000 οπ.παρ. σελ. 161.

[36] Γ.Σαρηγιάννης, Εργατική τάξη και η εξέλιξή της στην Ελλάδα, Διάπλους τ.21, Αυγ.-Σεπτ. 2007, του ίδιου η μικροαστική πόλη, Διάπλους τ. 26 Ιούνιος-Ιούλιος 2008

[37] βλ. δημοσιεύματα που αναφέρθηκαν γιά την Ηλεία από το 2002 ως σήμερα

[38] Σ.Ζώτος, σε εγκαταλειμμένο πτηνοτροφείο της Αρτας κολαστήριο γιά μετανάστες… Ριζοσπάστης 28.12.2007

[39]« κοιμούνται με βάρδιες -σε ανήλιαγη αποθήκη στην Πλατεία Αμερικής 30 μετανάστες από την Μπουργκίνα Φάσο», Ριζοσπάστης 7.6.2008

[40] Μ.Νοδάρος, η πυρκαγιά έφερε στο φώς τους καταυλισμούς της ντροπής, Ελευθεροτυπία 26.6.06

[41] τα γεγονότα είναι γνωστά, ενδεικτικά αναφέρονται δημοσιεύματα του Ριζοσπάστη 19.4.08, 22.4.08, 23.4.08, 24.4.08, 25.4.08, 27.4.08, κ.α. της Ελευθεροτυπίας  19.4.08, 13.4.08, 22.4.08, κ.α.

[42] Μ.Νοδάρος, στον Συνήγορο του Πολίτη γιά τους καταυλισμούς, Ελευθεροτυπία 20.8.2002

[43] Μ.Νοδάρος κρύβουν τους «άθλιους» στα φραουλοχώραφα» Ελευθεροτυπία 11.4.08

[44] Μ.Νοδάρος, καμπάνες γιά τις φράουλες της ντροπής, Ελευθεροτυπία 14.4.08

[45] Μ.Νοδάρος, αναφορά στον Αρειο Πάγο γιά τους αθλίους της Νέας Μανωλάδας…Ελευθεροτυπία 23.4.08

[46]Βασιλοπούλου, οπ.παρ., 23.11.2003, Κόκκινου…όπ.παρ.

[47] Α.Κόκκινου – Δ.Πέππα, Λατινική Αμερική «el hambre de la vivienda». οπ.παρ.

[48] οπ.παρ. σελ. 39

[49] Διάπλους, Αφιέρωμα στην εργατική τάξη στην Ελλάδα, τ.21 Αυγ.-Σεπτ. 2007, στο ίδιο περιοδικό Αφιέρωμα «ο μικροαστός, από την φάρσα στην τραγωδία», τ. 26 / Ιούνιος-Ιούλιος 2008. Βλ. ακόμη Γ.Σαρηγιάννης Αριστερά και τοπική αυτοδιοίκηση, Διάπλους τ. 11 Δεκ 2005 – Ιαν 2006

[50] Γ.Κούσης, η ταυτότητα του εγκλήματος, Ελευθεροτυπία 12.11.2004

[51] «gangs,  τα παιδιά από το Μενίδι» περιοδικό «Ε» της Ελευθεροτυπίας 23.3.08 βλ.και διαμαρτυρίες του Δημάρχου και πολιτών στην Ελευθεροτυπία 30.3.08 και 13.4.08

[52] Δ.Πίτουρας,  Αγία Βαρβάρα, στα duty free της δυτικής όχθης. Περιοδικό «Ε» της Ελευθεροτυπίας, τ.834/13.1.08

[53] Γ.Λινάρδου, Ζεφύρι το Κόσοβο της πρωτεύουσας, Ελευθεροτυπία 11 Ιουλίου 1999, Γ.Δάμα, Ζεφύρι, Γκέτο φόβου και ναρκωτικών, Ελευθεροτυπία 20 Ιανουαρίου 2000

[54] Κόκκινου- …, οπ.παρ., Δεμέναγα-…, όπ.παρ. Μ.Παπαδολαμπάκης, αγώνες : το δικαίωμα στη γη, στη στέγη και στον τρόπο ζωής, Δελτίο ΣΑΔΑΣ 3/1973 σελ, 13, Μ.Μαντουβάλου το πρόβλημα της στέγης στο Πέραμα, δελτίο ΣΑΔΑΣ 1/1975, σελ. 73

[55] Μ.Παπαδολαμπάκης, αγώνες: το δικαίωμα …οπ.παρ. σελ. 33

[56] Μ.Παπαδολαμπάκης, οπ.παρ.

[57] Ι.Δάνου-Γ.Παντόπουλος, Πέραμα, ιστορικό των γεγονότων, Δελτίο του ΣΑΔΑΣ 1/1975 σελ.55

[58] βλ. γιά τα αυθαίρετα στην υποσημείωση 19

[59] Μ.Νοδάρος, χρυσοφόρες καλύβες, Ελευθεροτυπία 21 Αυγούστου 2002

[60] από το γνωστό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου «σ’ ευχαριστώ ώ εταιρεία» της δεκαετίας του ‘70

[61] φοιτητική Διάλεξη Β.Βασιλειάδης – Ζ.Βουζάβαλης, Συνθήκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, Πέραμα. Τομέας Πολεοδομίας ΕΜΠ 1989.

Advertisements
Ετικέτα:
Posted in: Χωρίς κατηγορία